Στέλιος Βυτόγιαννης, διευθύνων σύμβουλος της φερώνυμης βιομηχανίας

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ TIMETV

Είναι 35 ετών. Από τη στιγμή που πήρε τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης στα χέρια του – πριν από 7 χρόνια – αυτή εισήλθε σε ανοδική τροχιά. Στο διάστημα αυτό δεν κατόρθωσε απλώς να αντιστρέψει την αρνητική της πορεία αλλά και να βάλει πόδι στις πιο απαιτητικές αγορές του εξωτερικού, κερδίζοντας μάχες με πολυεθνικούς κολοσσούς, πολλές φορές και μέσα στο γήπεδό τους. Γίνεται λόγος για τον κ. Στέλιο Βυτόγιαννη, διευθύνοντα σύμβουλο της φερώνυμης επιχείρησης, που παράγει δύο (2) δισεκατομμύρια καπάκια μπίρας το χρόνο και η οποία εξάγει το 95% της παραγωγής της σε 45 χώρες! Ας παρακολουθήσουμε τη συνομιλία μαζί του, μία συνομιλία που έγινε μετά την βράβευσή του από την Active Business με την διάκριση Diamonds of the Greek Economy 2014.

Κύριε Βυτόγιαννη, δώστε μας μια εικόνα από την πορεία της επιχειρησής σας στο εξωτερικό;

Κοιτάξτε, προσπαθούμε να είμαστε όσο ελληνικοί, τόσο εξωστρεφείς. Είμαστε μια 100% αμιγώς ελληνική επιχείρηση, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο δίκτυο πωλήσεων και αντιπροσώπευσης στο εξωτερικό. Φτάσαμε, η εξωστρέφειά μας να αγγίζει σήμερα το 95% της συνολικής παραγωγής μας. Εξάγουμε σε 45 χώρες σε όλες τις ηπείρους.

O προσανατολισμός σας στο εξωτερικό ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια;

Πράγματι. Έχουμε, μάλιστα, θέσει ως στόχο κάθε χρόνο να προσθέτουμε 2 – 3 ξένες αγορές στο πελατολόγιό μας. Ουσιαστικά, η μεγάλη ανατροπή του σκηνικού έγινε στα τέλη του 2009 όταν ξεκινήσαμε να ανοίγουμε τις αγορές της Βορείου Αμερικής: τον Καναδά και τις Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό ήταν και το προσωπικό σας στοίχημα, με το που αναλάβατε το τιμόνι της εταιρείας;

Ακριβώς. Εκείνη την εποχή, βεβαίως, το εγχείρημα αυτό ακουγόταν αστείο, πεζό και πολύ δύσκολο. Νομίζω κανείς δεν το είχε πιστέψει, κανείς δεν είχε αντιληφθεί το μέγεθός του. Εν ολίγοις ούτε κι εγώ, διότι ήμουν πολύ νέος και δεν είχα ιδέα και γνώση της αγοράς. Ίσως να σταθήκαμε και λίγο τυχεροί. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ήμασταν πιο καλοί απ’ ότι νομίζουμε κι αυτό μας βοήθησε σε αυτή μας την προσπάθεια.

Προσπαθώντας να ανοίξετε τις ξένες αγορές, γνωρίζατε τον ανταγωνισμό;

Όχι. Γενικά, όμως, φανταζόμουν τι με περιμένει. Έχοντας μεγάλη εμπειρία τόσο στην παραγωγή όσοι και στις πωλήσεις – εργάστηκα για τρία χρόνια στο εμπορικό τμήμα και ειδικά στις αγορές της Ευρώπης, όπου οι συνθήκες είναι πραγματικά αντίξοες και δύσκολες -, ήξερα τι προβλήματα θα συναντούσα και πώς να τα διαχειριστώ. Ξέρετε, είσαι σε ένα αεροπλάνο, επισκέπτεσαι για μια – δύο μέρες μία πόλη και μετά άλλη και άλλη. Αν χρειαστεί να ανοίξεις μια αγορά μπορεί να χρειαστεί να επιμείνεις μια ή και δύο εβδομάδες. Γυρνάς, βλέπεις πελάτες, χαρτογραφείς ανάγκες και εν συνεχεία ξεκινάς να τοποθετείς πινέζες πάνω στο χάρτη, Κι αφού το κάνεις αρχίζεις να σχεδιάζεις τις επόμενες κινήσεις σου σε νέες αγορές.

Πως αντιμετώπισαν μια ελληνική εταιρεία, η οποία δεν ήταν καν στο παιχνίδι και φιλοδοξούσε να πάρει μία θέση.

Η αλήθεια είναι ότι μας βοηθούσε ούτε καν το όνομά μας. Ποιος ήξερε το όνομα «Στέλιος», το όνομα « Βυτόγιαννης». Ειδικά, όμως, εκείνη την εποχή – 2009, 2010 – αντιμετωπίζαμε ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα. Η Ελλάδα ήταν μέσα στην κρίση και οι ξένες εταιρείες δεν ήθελαν ούτε καν να ακούσουν ελληνικά ονόματα. Αυτό το ξεπεράσαμε, ανοίγοντας γραφείο στο Μόντρεαλ στο Καναδά. Έτσι, δημιουργήσαμε μια βάση με ντόπιους ανθρώπους τόσο σε τεχνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο πωλήσεων και. Ξεκινήσαμε λοιπόν, με σιγά αλλά σταθερά βήματα, πλησιάζοντας το αρχικά μικρό πελατολόγιό μας.

Σήμερα συνεργάζεστε με μεγάλα ονόματα στην Αμερική;

Κοιτάξτε, συνεργαζόμαστε με σημαντικές ζυθοποιίες, όπως η Dogfish. Πρόκειται για εταιρείες οι οποίες είναι μεσαίου αλλά και μεγάλου μεγέθους για τα ευρωπαϊκά δεδομένα αλλά τεραστίου μεγέθους για τα ελληνικά δεδομένα.

Στην ελληνική αγορά ποιά είναι η θέση σας;

Κοιτάξτε, η εγχώρια αγορά, έχει περάσει τα τελευταία χρόνια μια μεγάλη καμπή. Αυτό οφείλεται αφενός στην οικονομική κρίση και αφετέρου στο ότι το μεταλλικό καπάκι έχει αντικατασταθεί από παρεμφερή υλικά συσκευασίας, όπως είναι τα πλαστικά μπουκάλια και τα αλουμινένια κουτάκια, κάτι σιγά-σιγά το οποίο δείχνει να γερνάει… Υπάρχει ευκαιρία ανάπτυξης στην ελληνική αγορά, η οποία έχει συρρικνωθεί για το δικό μας κομμάτι την τελευταία 5ετία-10ετία σχεδόν στο μισό. Δηλαδή, κάποτε παράγαμε 1δισ. καπάκια για την ελληνική αγορά, σήμερα η ελληνική αγορά όλοι οι πελάτες μαζί δεν ξεπερνάνε το μισό δισ. καπάκια. Πρακτικά λοιπόν, το δικό μας κομμάτι έχει μειωθεί ακριβώς στο 50%.

Αυτό δεν αντιστοιχεί σε αντίστοιχη μείωση της κατανάλωσης μπίρας; Φαντάζομαι ότι καταγράφεται και κάποια αντικατάσταση ποτών.

Πράγματι, αντικαταστάθηκε η μπίρα και τα αναψυκτικά από άλλα ροφήματα, όπως ο καφές, freddo, τα οποία μπήκανε στη ζωή των καταναλωτών. Σίγουρα μειώθηκε η κατανάλωση με την οικονομική κρίση, ειδικά σε εστιατόρια, ξενοδοχεία κλπ. Αυτό γυρνάει τώρα με την αύξηση του τουρισμού. Οι εταιρείες περνάνε το μήνυμα: «πάμε για μπίρα»! Ενισχύονται λοιπόν οι ελπίδες μας, ότι στα επόμενα χρόνια θα πάμε καλύτερα. Διότι, η ετήσια κατά κεφαλή κατανάλωση μπίρας – περίπου 35 λίτρα το χρόνο – παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Ας σημειώσουμε ότι στην Ευρώπη η αντίστοιχη κατανάλωση αγγίζει τα 90 λίτρα. Στη Γερμανία δε ξεπερνάει τα 110 λίτρα ενώ στη Τσεχία – που είναι και πρωτοπόρος στον κλάδο – ξεπερνάει τα 140 λίτρα. Άρα θα έχει σίγουρα, κάποια άνοδο τις επόμενες χρονιές. Επίσης, περιμένουμε άνοδο στην εγχώρια ζήτηση, γιατί και οι ελληνικές εταιρείες γίνονται εξωστρεφείς. Εταιρείες όπως είναι η Αθηναϊκή Ζυθοποιία, η Fix, ο «Μύθος», αλλά και όλες οι άλλες που ακολουθούν, η ΕΖΑ, η Μακεδονίας-Θράκης, εφαρμόζουν μια εξωστρεφή πολιτική, με αποτέλεσμα να παράγουν περισσότερα προϊόντα, κάτι που όπως καταλαβαίνετε ευννοεί και εμάς.

Πρακτικά είστε ο μόνος παίκτης;

Ακριβώς. Στην Ελλάδα προμηθεύουμε σχεδόν το 100% της ζήτησης σε καπάκια. Ξέρετε, προσπαθούμε κι εμείς με τον τρόπο μας να ενισχύουμε τον κλάδο της εμφιάλωσης στην χώρα. Αλλωστε είναι κλάδος με τον οποίον είμαστε συνδεδεμένοι εκπρόσωποι τριών γενιών της επιχείρησής μας.

Σε επίπεδο τεχνολογίας επενδύσατε νέα κεφάλαια;

Επενδύσεις κάναμε όταν νοιώσαμε ότι η εταιρεία έχει σημιουργήσει μια σταθερή βάση. Πέρυσι εγκαταστήσαμε μια καινούργια γραμμή παραγωγής, αυξάνοντας πρακτικά κατά 20% τη δυναμικότητα του εργοστασίου. Η επένδυση αυτή έφτασε τα 1,5 εκ. ευρώ, το οποίο καλύφθηκε από ίδια κεφάλαια, χωρίς επιπλέον δανεισμό.

Σε ανθρώπινο δυναμικό;

Και σε ανθρώπινο δυναμικό. Μόνον στην Ελλάδα απασχολούμε 50 εργαζομένους.

Έχετε δημιουργήσει εργοστάσια και στο εξωτερικό;

Ναι, άλλα δύο εργοστάσια: στην Αίγυπτο και στον Καναδά. Είναι, όμως, μικρότερης παραγωγής. Οι κεντρικές μας εγκαταστάσεις, όμως, τα γραφεία, η κεντρική μονάδα παραγωγής, η καρδιά της εταιρείας παραμένει στην Αθήνα. Είναι σαφές ότι η εταιρεία έχει εξαιρετική υγεία. Ξέρετε, πέραν τωνν προσλήψεων και των νέων θέσεων εργασίας, δεν έχουμε κάνει καμμία μείωση ούτε στις αποδοχές ούτε στα προνόμια των εργαζομένων. Οφείλω δε να πω ότι όσα πετύχαμε τα οφείλουμε πριν απ’ όλα στους ίδιους τους εργαζόμενους, οι οποίοι έχουν στηρίξει την επιχείρηση και την διοίκησή της.

Κύριε Βυτόγιαννη, πόσο ήρεμος νιώθετε στην άσκηση της επιχειρηματικής σας δραστηριότητας από αυτό που συμβαίνει στον πολιτικό στίβο;

Πρακτικά, θα έλεγα ότι αισθάνομαι ανεπαρκής να μιλήσω για τον πολιτικό στίβο, διότι δεν είμαι μέσα σε αυτό, απέχω πάρα πολύ. Αλλά σαν εταιρεία, σαν βιομηχανία, η στήριξη που απολαμβάνουμε πρακτικά είναι από ανύπαρκτη έως μηδενική. Δηλαδή, έχουμε εγκατασταθεί σε ένα βιομηχανικό πάρκο, στον Αυλώνα, 30 χλμ έξω από την Αθήνα, όπου είναι χαρακτηρισμένο σαν βιομηχανικό πάρκο, από το 1970. Εάν τύχει δύο φορτηγά να συμπέσουν μεταξύ τους, κολλάνε στο δρόμο. Δεν υπάρχει καμία μέριμνα.

Αναφέρεστε στα θέματα υποδομών;

Οι υποδομές, μετά από 10 χρόνια επιμονης προσπάθειας, τηλεφωνημάτων, επιστολών σε όλους τους φορείς που εμπλέκονται με τη βιομηχανία, καταφέραμε να φέρουμε φυσικό αέριο στην επιχείρησή μας, η οποία είναι ενεργοβόρα.

Το επίπεδο ενεργειακού κόστους αποτελεί και για εσάς εμπόδιο;

Το επίπεδο του ενεργειακού κόστους κινείται σε απαγορευτικά επίπεδα την τελευταία τετραετία. Πραγματικά, απορώ πως καταφέρνουν οι εταιρείες να ανταπεξέρχονται σε ένα τόσο υψηλό ενεργειακό κόστος.Πρακτικά αυτό έχει αυξηθεί κατά 100%.

Σε σχέση με τους ανταγωνιστές σας αυτό είναι ένα σοβαρό μειονέκτημα.

Έτσι είναι. Οι ανταγωνιστές μας από τις αναπτυγμένες αλλά και τις αναπτυσσόμενες χώρες από την Ιταλία, την Γερμανία αλλά και την Τουρκία, δεν καλούνεται να καλύψουν τόση υψηλό ενεργειακό κόστος. Εκεί το κόστος ενέργειας είναι πολύ χαμηλότερο.

Ήδη αντιμετωπίζουμε – και χωρίς τη διαφορά του ενεργειακού κόστους που είναι εναντίον μας – έναν αξύτατο ανταγωνισμό από χώρες με παραδοσιακή βιομηχανική παρουσία, όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Ισπανία αλλά και από χώρες, όπως η Τουρκία, η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Όλες αυτές οι χώρες θεωρούνται παραδοσιακοί κατασκευαστές καπακιών.

Αν είχατε απέναντί σας τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, τι θα θεωρούσατε αναγκαίο να τους πείτε σχετικά με την τόνωση της παραγωγικής δραστηριότητα;

Σίγουρα, να δώσουν κάποιες ανάσες στις εταιρείες σε κάποιους τομείς. Για παράδειγμα, μια επιχείρηση η οποία έχει μια βιωσιμότητα και κερδοφορία, να βρεθούν τρόποι όλη αυτή η κερδοφορία να μην πηγαίνει σε ένα κουβά χωρίς πάτο..

Μιλάτε γα τη φορολογία..

Ακριβώς. Έχουμε 26% φορολογία, συν 80% προκαταβολή φόρου, μη επιστροφές Φ.Π.Α, μη καταβολή των επιδοτήσεων από προγράμματα που έχουν εγκριθεί και πολλά ακόμη. Μιλάμε, εκτός των άλλων για όλον αυτό τον γραφειοκρατικό λαβύρινθο που αντιμετωπίζει κάθε επιχειρηματίας καθώς επίσης και κάθε ελεύθερος επαγγελματίας.

Ουσιαστικά, αυτό το οποίο ζητούν οι επιχειρηματίες είναι η αποφορολόγιση, όταν αυτή αφορά επενδύσεις. Είμαστε σαφέστατα, υπέρ του να πληρώνουμε φόρους στη χώρα που ζούμε, αυτή όμως να λειτουργεί αναπτυξιακά και όχι να τσακίζει τις προσπάθειες διεύρυνσης της παραγωγικής υποδομής της χώρας. Αλλιώς θα αποδεκατίσουμε και το μικρό παραγωγικό κοπμμάτι που έχει απομείνει στη χώρα.

Είμαστε από τις λίγες εταιρείες που έχουν μείνει και έχουν αναπτυχθεί στην περίοδο της κρίσης. Ίσως μας βοήθησε το γεγονός ότι εμείς την νιώθαμε πριν έρθει. Η εταιρεία είχε περάσει δύσκολα πολύ πριν την οικονομική κρίση, οπότε είχαμε μάθει και στα δύσκολα και ίσως γι’αυτό τα καταφέραμε σαν βετεράνοι.

Κύριε Βυτόγιαννη, σας ευχαριστώ θερμά και ελπίζω ότι την επόμενη φορά θα έχουμε τη χαρά να τα πούμε και στο εργοστάσιό σας το οποίο είναι από τις σύγχρονες παραγωγικές μονάδες.

Εγώ σας ευχαριστώ πολύ. Με ιδιαίτερη χαρά να σας δεχτούμε και στις εγκαταστάσεις μας. Να είστε καλά.