Το εάν ένας κλάδος βρίσκεται σε κρίση, καταφαίνεται, από το κατά πόσον μπορεί να είναι υγιής, ανταγωνιστικός, κερδοφόρος, και γενικότερα εάν παρουσιάζει ενδιαφέρον από επενδυτικής πλευράς.

Η άσχημη συνεπώς κατάσταση που διαπιστώνεται καθημερινά αλλά και που συνεχώς επισημαίνεται προφορικά και γραπτά από τους διάφορους «επαΐοντες ειδικούς» περί τα ελαϊκά μας δρώμενα, είναι πιστεύω αν μη τι άλλο, αποτέλεσμα απαρχαιωμένων δράσεων, άστοχων και ευκαιριακών αποφάσεων είτε μέτρων που ελήφθησαν (και συνεχίζουν να λαμβάνονται) και εν πάση περιπτώσει ενεργειών που βρίσκονται και κινούνται συνήθως εκτός της ελαϊκής Ελληνικής πραγματικότητας.

Οι γνώμες που κυριάρχησαν, οι απόψεις που διατυπώθηκαν και περισσότερο οι πολιτικές που εφαρμόσθηκαν ή συνεχίζουν να εφαρμόζονται, είναι αυτές που οδήγησαν κυρίως τους ελαιοπαραγωγούς αλλά και το Ελληνικό «υγρό χρυσάφι», το κατεξοχήν εθνικό μας προϊόν στην παρούσα απαξίωση.

Δεν θα σταθούμε στην απαρίθμηση και ανάπτυξη όλων των αιτίων που οδήγησαν τον τομέα σε αυτήν την κατάσταση διότι ούτε ο χώρος επιτρέπει, ούτε η απόδοση επί μέρους ευθυνών για την κρίσιμη του θέση, είναι δική μας δουλειά.

Ας δούμε λοιπόν το πρόβλημα με ψυχραιμία.!!

Η Ελλάδα, τρίτη ακόμα σε όγκο ελαιοπαραγωγός χώρα, παράγει μία σημαντική ποσότητα ελαιολάδου, περίπου 250~300 χιλιάδες τόνους, από τους οποίους, ένα μέρος αυτοκαταναλώνεται, ένα άλλο πωλείται τυποποιημένο, ένα τρίτο εξάγεται χύμα, κατευθυνόμενο με βυτία στο εξωτερικό, και το υπόλοιπο, δηλ. περί τους 100 000 τόνους, παραμένει ‘στα αζήτητα’.

Ξεκινώντας επομένως, ήδη κατά την έναρξη της νέας περιόδου, από το δεδομένο ότι το 1/3 τουλάχιστον της παραγωγής μας ‘περισσεύει’, η ψυχολογία της αγοράς επηρεάζεται αρνητικά, ακόμα και στις πρώτες πράξεις αγοροπωλησίας του πρώιμου αγουρελαίου μας.

Αυτές οι ποσοτικά μικρές, αλλά άριστες ποιοτικά παραγωγές συγκεκριμένων περιοχών της Ελλάδας, εξάγονται αποκλειστικά σχεδόν χύμα, σε τιμές αγοράς συνήθως 30% ακριβότερες, από Ιταλούς μεγαλεμπόρους, οι οποίοι συρρέουν και εξασφαλίζουν τις ελλειμματικές – ποσοτικά και ποιοτικά – παραγωγές τους, ώστε να ικανοποιήσουν ετησίως, σχεδόν υπερδιπλάσιο όγκο απ’ όσο παράγουν, ως Ιταλικό τυποποιημένο προϊόν.

Στην πραγματικότητα οι Ιταλικές εξαγωγικές ‘υποχρεώσεις’ τυποποιημένου είναι κατά πολύ ογκωδέστερες από την ετήσια παραγωγή τους, με αποτέλεσμα την ανάγκη άμεσης και μεγάλης εισαγωγής ποσοτήτων ελαιολάδων όχι μόνο από την Ελλάδα, η οποία ήταν κατά κανόνα ο κύριος τροφοδότης της σε χύμα, αλλά τα τελευταία χρόνια και από την Τυνησία, Τουρκία και άλλες ελαιοπαραγωγικές χώρες της Μεσογείου.

Δημιουργείται λοιπόν άμεσα η ανάγκη -και εκ του ότι ο προσανατολισμός των κυρίων ‘πελατών χύμα’ διαφοροποιείται- να εξετάσουμε από την αρχή τα στοιχεία εκείνα που θα μας επιτρέψουν να επιβιώσουμε στην παγκοσμιοποιημένη πλέον και αδυσώπητη ελαϊκή αγορά.

Στόχος μας θα πρέπει να είναι η παραγωγή περισσότερου ‘πρωιμότερου’ και λιγότερου ποσοτικά ‘μέσου’ προϊόντος.

Δείτε για παράδειγμα την φετινή τιμή του πρώιμου ‘Μαυρολίσιου’ το οποίο πωλήθηκε στα 4 ευρώ/κιλό! (Τιμή βυτίου χύμα).

Ακολουθεί με διαφορά το πρώιμο ‘Αθηνολιάς’ με τιμή τουλάχιστον 0,5 ευρώ υψηλότερα ανά κιλό ! (Πάντα τιμή βυτίου χύμα).

Συνεπώς οι ΄ποσοτικές στοχεύσεις’ παραγωγών και ελαιοτριβέων στην περίοδο αιχμής (μέσα Νοεμβρίου, τέλη Δεκεμβρίου), κάθε άλλο παρά συμφέρουσες είναι.

Αντίστοιχη βέβαια θα είναι και η κερδοφορία Ελλήνων τυποποιητών, ποιοτικά ανώτερων προϊόντων, με απαραίτητη οπωσδήποτε εδώ όμως την υποβοήθηση μέσω του κύριου μοχλού εμπορευσιμότητας, του επιστημονικού μάρκετινκγ.

Αποφάσεις απελπισίας που έχουν προταθεί, σαν λύσεις για τις αδιάθετες ποσότητες, συνήθως μέτριας ποιότητας προϊόντος, περασμένων ετών, όπως π.χ. ο μηχανισμός της ιδιωτικής αποθεματοποίησης, προσπαθώντας κοντόφθαλμα και πρόχειρα, να συγκρατήσουν από τον κατήφορο, την περαιτέρω πτώση της αξίας του προϊόντος, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η απέλπιδα προσπάθεια ανάνηψης ενός σηπόμενου πτώματος.

Ουσιαστικά μετέφεραν το πρόβλημα λίγους μήνες πιο πέρα -κλασσική ελληνική προσέγγιση- χωρίς να υπολογίζεται πως εκτός από την περεταίρω υποβάθμιση της ποιότητάς του, -με την χωρίς προδιαγραφές βιαστική αποθήκευσή του στις ιδιωτικές δεξαμενές-, το γεγονός της υπερπροσφοράς, (κύριας ζημιογόνου εμπορικής παραμέτρου), θα έβλαπτε το άριστο πρώιμο αγουρέλαιο, ακόμη και κατά την έναρξη της νέας εσοδείας όπου οι τιμές κατά κανόνα ανακάμπτουν.

Υπάρχει αλήθεια κάποια απάντηση στο πρόβλημα;

Υπάρχει μια πρόταση με λύση η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει τον κλάδο να επιβιώσει και να εξέλθει αξιοπρεπώς από μια τέτοια θεμελιώδη, δομική κρίση;

Δεν θα ανακαλύψουμε εκ νέου την Αμερική προτείνοντας λύσεις ανεφάρμοστες, αλλά θα προτείναμε πρωτίστως, να ακολουθήσουμε την ίδια ποιοτική οδό της βελτιστοποίησης του προϊόντος όπως συνέβη π.χ. Με την ελληνική οινική οικογένεια (και όχι μόνο).

Το «βαρελίσιο» -του συμπαθέστατου κατά τα άλλα- καρβουνιάρη π.χ. που παρήγαγε εμπειρικά σχεδόν άφθονο κρασί, με τις γνωστές στους παλαιότερους πρωτόγονες συνθήκες οινοποίησης και πωλούνταν χύδην στις γειτονιές, στα μπακάλικα και στα σπίτια, παράγεται σήμερα με όλους τους συγχρόνους διεθνείς κανόνες υγιεινής και ασφάλειας, από επώνυμους φημισμένους οίκους μας (κτήματα) και προσφέρεται με εγγυημένη, σταθερή, περιορισμένη και διηνεκώς υψηλή ποιότητα προϊόντος στον Έλληνα αλλά και ξένο καταναλωτή, από τις εξειδικευμένες οινοθήκες, -«κάβες» κατά το ελληνικότερο- είτε από ειδικούς συμβούλους (sommelier) στα gourmet εστιατόρια και πάντως σε ειδικά αποκλειστικά οινικά ερμάρια καταστημάτων και πάντοτε στις σωστές συνθήκες αποθήκευσης ή/και προβολής.

Για το γάλα, το γιαούρτι και γενικότερα τα γαλακτοκομικά θα μπορούσαμε επίσης να αναφερθούμε αντίστοιχα.

Στο ελαιόλαδο αντιθέτως ας δούμε τι συμβαίνει.

Η εξαίρεση του κανόνα, ο άριστος ελαϊκός φρουτοχυμός, το μοναδικό εξαιρετικό προϊόν που προέρχεται με απλή έκθλιψη από τους καρπούς της ελιάς, διαθέτοντας μοναδικές αντιοξειδωτικές και υγιεινολογικές ιδιότητες αναγνωρισμένες διεθνώς (Αμερικάνικος FDA), βρίσκεται εκτεθειμένο στις ίδιες ακριβώς προθήκες με τα σπορέλαια, τα εξευγενισμένα λάδια και τα αμφιβόλου ποιότητας ρευστά λιπαρά, που συγκρινόμενα δεν προσομοιάζουν σε τίποτε, με την αξία των εξαιρετικών παρθένων ελαιολάδων.

Το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο είναι ο χυμός των καρπών της ελιάς και ως τέτοιος πρέπει να διαχειρίζεται, συντηρείται, προσφέρεται, πωλείται και καταναλώνεται.

Είναι το δίχως άλλο ένας χυμός ψυγείου, που κατά το πορτοκαλάδα, λεμονάδα, βυσσινάδα κλπ. θα έπρεπε να διατηρείται εκεί και να ονομάζεται κάπως αντίστοιχα. ΄Ελαιάδα’ ας πούμε ή OliveJuice διεθνέστερα.

Οι πλέον πρόσφατες επιστημονικές μελέτες εξ’ άλλου, το καταδεικνύουν εμφανέστατα.

Ας δούμε όμως στην συνέχεια τι ισχύει και νομοθετικά.

Οι αναλυτικές παράμετροι που χαρακτηρίζουν διεθνώς το ελαιόλαδο (Κανονισμός ΕΚ 2568/91 και νομοθεσία Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας – COI) με μια επαρκή αρχικά καταγραφή, διασφαλίζουν την ποιότητα και την αυθεντικότητα (βοτανική ταυτότητα). Επίσης τις επιτρεπόμενες τεχνικές παραλαβής του ελαιολάδου (παραγωγή με μηχανικά μόνο μέσα), μια σχετικά μεγάλη προσέγγιση στις οξειδωτικές παραμέτρους που το χαρακτηρίζουν (φρεσκάδα), και τέλος για την κατηγορία ‘εξαιρετικό’ την απουσία οποιονδήποτε οργανοληπτικών ελαττωμάτων.

Όμως, (άραγε παραδόξως;), ΔΕΝ προβλέπονται δυστυχώς από τον νομοθέτη, όλα όσα αφορούν τις βιοδιαθρεπτικές υγειοπροστατευτικές, φαρμακευτικές και τόσες άλλες ιδιότητες,   που νομίζω πως θα έπρεπε να τονισθούν, υπογραμμισθούν και διαφημισθούν για αυτό το εξαιρετικό τρόφιμο του οποίου οι λάτρεις και βαθείς γνώστες των ιδιοτήτων του ζητούν και γνωρίζουν.

Έναν τόσο προικισμένο με αντιοξειδωτικό περιεχόμενο φρουτοχυμό, που ακόμη και 6 μήνες εκτός ψυγείου, (και μερικές φορές πολύ περισσότερο), διατηρεί σε μεγάλο βαθμό αυτές τις ευεργετικές ιδιότητες αυτούσιες, μεταφέροντάς τες κατά την κατανάλωσή του αντίστοιχα και στον ανθρώπινο οργανισμό.

Ιδιότητες οι οποίες έπρεπε πρώτα να αναγνωρισθούν και θεσπισθούν νομοθετικά μέσω νέας προσθήκης στον υπάρχοντα Κανονισμό από τα Ευρωπαϊκά ελαιοπαραγωγικά κράτη, κατόπιν δε, να απαιτηθεί η προώθηση/θέσπισή τους και από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας και βεβαίως μόνο για το άριστο τυποποιημένο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο που κυκλοφορεί επώνυμα στις αγορές όλων των άλλων χωρών.

Η γνωστή προαιρετική διαθρεπτική αναφορά που προτείνεται από την ΕFSA, (ΕuropeanFoodSafetyAuthority), για όσα ελαιόλαδα περιέχουν ποσοστό αντιοξειδωτικών μεγαλύτερο των 250 mgrανά κιλό, μάλλον έχει δυσχεράνει την κατάσταση στην χώρα μας παρά την έχει βοηθήσει. Και τούτο παρά το γεγονός ότι τελευταίες μελέτες που έχουν γίνει από Έλληνες κυρίως επιστήμονες κύρους στο πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά και στην Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών αναδεικνύουν την αξία και την υπεροχή του ελληνικού ελαιολάδου έναντι των ελαιολάδων άλλων χωρών.

Αντ΄ αυτών (και ευτυχώς για την αδιαμφισβήτητη αξία του) ο περιβόητος αμερικάνικος Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων – FDA και χωρίς κανένα σχεδόν εμπορικό συμφέρον –μιας που η Αμερική παράγει ελάχιστο ελαιόλαδο-, έρχεται να αναγνωρίσει και να επιτρέψει την αναγραφή στην ετικέτα του προϊόντος, την ιδιαιτερότητά του αυτή, δηλαδή ευθέως και νομίμως να διαφημίσει (με διαθρεπτικό ισχυρισμό – claim), αυτά που εμείς τα «οίκαδε, εν δήμω» δεν προωθήσαμε.

Έτσι το ξεχωριστό αυτό προϊόν με τις ιδιαίτερες οργανοληπτικές, διατροφικές και υγιεινολογικές ιδιότητες, ΔΕΝ αναγνωρίζεται και δεν ξεχωρίζει, τοποθετούμενο συλλήβδην στο ράφι, δίπλα σε μη αντίστοιχα προϊόντα.

Λογικά λοιπόν αυτή η κατάσταση (τοποθέτησή του μαζί με τα σπορέλαια), οδηγεί τον καταναλωτή να μην διακρίνει την διαφορετική ανώτερη αξία του και να το συγκρίνει με τα ανόμοια, αγοράζοντας στο τέλος με μοναδικό κριτήριο την φθηνή τιμή.

Να λοιπόν από πού ξεκινά ο φαύλος κύκλος.

Στον ανταγωνισμό διαφορετικών προϊόντων στο ίδιο ράφι.

Στο ράφι όλων των άλλων λαδιών, που εμείς δεχθήκαμε και δεχόμαστε να εκτίθεται (κυριολεκτικά), ο ελαϊκός φρουτοχυμός μας.

Ο … «ασυνείδητος» τυποποιητής ελαιολάδου, στην συνέχεια, αντιπαρέρχεται μύρια όσα, ώστε χαμηλώνοντας τον πήχη στην ποιότητα και μερικές φορές στην αυθεντικότητα του προσφερόμενου αγαθού, να μειώσει την τιμή του προϊόντος του ώστε να προτιμηθεί στα σούπερ μάρκετ από τον τελικό καταναλωτή.

Και ο κύκλος μεγαλώνει.

Στο παιχνίδι μπαίνουν οι μεγάλες ελαιοπαραγωγικές χώρες (Ισπανία) όπου οι παραγωγοί με εντατικές και προσφάτως υπερεντατικές καλλιέργειες, μειώνουν δραματικά το κόστος καλλιέργειας και συλλογής παράγοντας φθηνό, μέτριο ελαιόλαδο σε «ανταγωνιστικές τιμές», ότι ζητά δηλαδή το «ισοπεδωμένο ράφι» στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως.

Συνεχίζουν (οι ίδιοι), με εξαγορές κολοσσών και αναγνωρίσιμων παγκοσμίως «brandnames» ξένων και κυρίως Ιταλικών εταιριών, που κατέχουν τα σκήπτρα στο παγκόσμιο μερίδιο αγοράς, ώστε να εξαπλωθεί το δυνατόν περισσότερο και παντού η συμφέρουσα γι΄ αυτούς μέση κατάσταση.

Και ο χορός καλά κρατεί.

Σε μια περίοδο «οικονομικής κρίσης» λοιπόν όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, η ανώμαλη αγορά και η οικονομική δυσχέρεια του συστήματος, αναγκάζει τον παραδοσιακό παραγωγό ελαιολάδου να πωλεί το προϊόν του κάτω του κόστους, σε επίπεδο που και για όποιον νεώτερο ήθελε να επιστρέψει και να ασχοληθεί σοβαρά με την ελαιοκαλλιέργεια, είναι μάλλον αποτρεπτικό.

Αν συνεχίσουμε παρομοίως, ίσως η απαξία της ελαιοκομίας / ελαιοπαραγωγής οδηγήσει σε άγνωστους ατραπούς κυρίως τους υπάρχοντες Έλληνες παραγωγούς που το πιθανότερο είναι να στραφούν σε άλλες απασχολήσεις.

Υπάρχει λοιπόν ελπίδα και τι πρέπει να γίνει για να ανακάμψει ο κλάδος;

Δύσκολα μπορούμε να απαντήσουμε στην ερώτηση αυτή.

Και τούτο διότι κατά την γνώμη μας η ελαιοπαραγωγή έχει πλέον διχαστεί.

Η πρώτη περίπτωση είναι να ακολουθήσει κανείς μεγάλες παραγωγές, μέσης & χαμηλής ποιότητας, με όσο το δυνατόν φθηνότερες πρακτικές, καταλήγοντας σε ένα οριακά αποδεκτό μέτριο λάδι, που βέβαια καλύπτεται από το πνεύμα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2568/91 με τα πλατιά όρια, γεγονός που κυρίως ισχύει και συμφέρει την Ισπανία.

Όμως για αυτή την λύση, επιτρέψατε μου να είμαι πολύ συγκρατημένος.

Όχι μόνο λόγω της ήδη πλεονασματικής μας παραγωγής, αλλά και διότι ένα παρόμοιο καλλιεργητικό μοντέλο (εντατικό είτε υπερεντατικό), στο ασύμφορο για τέτοιου είδους φύτευση, ανάγλυφο της Ελλάδας, -πλην ελαχίστων περιπτώσεων, όπως ο Θεσσαλικός κάμπος π.χ.-, είναι μάλλον αβέβαιο.

Άρα εκ των πραγμάτων μας απομένει ο δεύτερος, δύσκολος και μοναχικός δρόμος της ποιοτικής διαφοροποίησης. Της διαφοροποίησης που μοιραία -και σε αυτήν την περίπτωση-, πιστεύω πως πρέπει να ακολουθήσει η χώρα μας, όπως το πράττει εδώ και χιλιετίες.

Την γνωστή ποιοτική ανάδελφη πορεία, που με οραματισμό, προσήλωση αυταπάρνηση, μεράκι και πίστη, πάντοτε στις κρίσιμες στιγμές διαλέγει να βαδίσει.

Άραγε θα την επιλέξει;

Ο καιρός έφθασε και οι συνθήκες μας το επιβάλλουν.!!

Β. Ν. Καμβύσης

Χημικός