Παράλογους χαρακτηρίζει τους σχεδιασμούς των εκπροσώπων των δανειστών σε ότι αφορά την πολιτική φαρμάκου στη χώρα μας, ο αντιπρόεδρος της ELPEN και πρόεδρος της ΠΕΦ κ. Θεόδωρος Τρύφων, με άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή».

Ο κ. Τρύφων σχολίασε τις πρόσφατες αλλαγές στο καθεστώς τιμολόγησης των φαρμάκων, χαρακτηρίζοντας παράλογους και εμμονικούς τους σχεδιασμούς των θεσμών. Ειδικότερα, επισήμανε πως αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία για τη χώρα μας ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται εξορθολογισμός της δαπάνης. Κι αυτό γιατί, σημείωσε «ενώ σε όλες τις χώρες της ΕΕ η φαρμακευτική πολιτική βασίζεται στη διασφάλιση της πρόσβασης των ασθενών στις αναγκαίες θεραπείες και στην εφαρμογή διαρθρωτικών μέτρων, στη χώρα μας στηρίζεται αποκλειστικά σε ανισομερείς μειώσεις τιμών».

Παράλληλα, ανέφερε πως «οι διατάξεις που ψηφίστηκαν πρόσφατα προβλέπουν μείωση στις τιμές πολλών οικονομικών Ελληνικών φαρμάκων υψηλής κατανάλωσης σε ποσοστά που αγγίζουν το 43%, ενώ την ίδια στιγμή τα ακριβά εισαγόμενα φάρμακα μειώνονται μόλις κατά μέσο όρο 5%. Κι όλα αυτά σε συνθήκες κλειστού προϋπολογισμού φαρμακευτικής δαπάνης 1.945 εκατ. ευρώ».

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την πλήρη αποτυχία εφαρμογής διαρθρωτικών μέτρων για έλεγχο συνταγογραφίας συνιστά στοχευμένη πολιτική κατά του Ελληνικού Φαρμάκου, γεγονός που οδηγεί σε στρέβλωση της αγοράς. Κι αυτό γιατί, όπως επισημαίνει ο κ. Τρύφων «προκαλεί ανακατανομή της πίτας υπέρ των εισαγομένων φαρμάκων και αύξηση τις συμμετοχές των ασθενών». Στο πλαίσιο αυτό, τονίζει ότι δεν παράγεται το παραμικρό δημοσιονομικό όφελος, ενώ απειλείται η βιωσιμότητα της Ελληνικής Φαρμακοβιομηχανίας, ενός εκ των ελάχιστων αναπτυξιακών πυλώνων της χώρας μας με σημαντική συνεισφορά στο ΑΕΠ και την απασχόληση.

«Είναι ξεκάθαρο, πως αυτή τη στιγμή διαπράττεται ένα οικονομικό έγκλημα με θύμα το Ελληνικό Φάρμακο και χωρίς όφελος για τους ασθενείς και τα Ταμεία. Γι αυτό και είναι όσο ποτέ άλλοτε στο χέρι της Πολιτείας να προβάλλει σθεναρή αντίσταση, ενθαρρύνοντας τη συγκρότηση μιας μακροπρόθεσμης εθνικής φαρμακευτικής πολιτικής προς όφελος της Δημόσιας Υγείας, της Εθνικής Οικονομίας και της Ανάπτυξης. Ας αρχίσουμε πλέον να χρησιμοποιούμε αυτά που παράγουμε».