ΣεσυνέντευξητύπουπουπαραχώρησεοΣύνδεσμος Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, σήμερα 3 Σεπτεμβρίου 2014σταγραφείατου, παρουσιάστηκε η πρότασή του για την αναπτυξιακή δυναμική του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, καθώς καιοι εκτιμήσεις για την αξιοποίηση του Λιμένα της Θεσσαλονίκης ως διαμετακομιστικό κέντρο και την επίδραση της εξέλιξης αυτής στην οικονομία της περιοχής. Στη συνέντευξη τύπου προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν οι παραγωγικοί φορείς της Θεσσαλονίκης και η ΟΛΘ ΑΕ. Συμμετείχαν ο Πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης κ. Π. Παπαδόπουλος, ο Γενικός Γραμματέας του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης κ. Π. Μενεξόπουλος, ο Διευθυντής Τεκμηρίωσης και Μελετών του ΣΒΒΕ κ. Χρ. Γεωργίου και ο Αντιπρόεδρος της ΟΛΘ ΑΕ κ. Κ. Παπαϊωάννου.

Ο Πρόεδρος του ΣΕΒΕ, Δρ Κυριάκος Λουφάκης, τόνισε ότι το θέμα του Λιμένα Θεσσαλονίκης είναι πολύ ψηλά στην ατζέντα του ΣΕΒΕ, καθώς διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθεια της Βόρειας Ελλάδας, και δη της Θεσσαλονίκης, να εδραιωθεί ως οικονομικό σταυροδρόμι στην ανατολική Μεσόγειο και αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία των επιχειρήσεων της περιοχής, εξαγωγικών και μη.

Ο Δρ Λουφάκης δίνοντας μία εικόνα για την υφιστάμενη κατάσταση του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων (ΣΕΜΠΟ) του Λιμένα Θεσσαλονίκης, σημείωσε ότι αυτή τη στιγμή το ΣΕΜΠΟ από τα τρία δυνατά είδη ροών φορτίων, δηλαδή ροές εσωτερικού/εξωτερικού που αφορούν τις εισαγωγές και τις εξαγωγές της χώρας, ροές μεταφόρτωσης (transhipment) που αφορούν προϊόντα που μεταφορτώνονται από ένα πλοίο σε άλλο και συνεχίζουν την πορεία τους με προορισμό άλλα λιμάνια και ροές διαμετακόμισης (transit) που αφορούν προϊόντα που προορίζονται για άλλες χώρες, εκφορτώνονται στην Ελλάδα και φτάνουν στον προορισμό τους μέσω χερσαίας μεταφοράς, εξυπηρετεί ουσιαστικά μόνο τις ροές εσωτερικού/εξωτερικού καιtransit.

Τόνισε ότι η εγχώρια ζήτηση και επομένως οι ροές εσωτερικού/εξωτερικού (import-export) δεν προβλέπεται να παρουσιάσουν σημαντική μεταβολή στα επόμενα έτη και ότι η μελλοντική ανάπτυξη των ελληνικών λιμένων στηρίζεται κυρίως σε υπηρεσίες μεταφόρτωσης (transhipment) και διαμετακόμισης (transit).

Ο Πειραιάς, λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της εγγύτητας στη διαδρομή Γιβραλτάρ – Σουέζ, αποτελεί ιδανικό λιμάνι μεταφόρτωσης και το 2012 το λιμάνι του Πειραιά ήταν το ταχύτερα αναπτυσσόμενο λιμάνι παγκοσμίως, με διακίνηση 2,7 εκ. TEUs (αύξηση 63% σε σχέση με το 2011) και το 2013 ήταν το 10ο ταχύτερα αναπτυσσόμενο, με διακίνηση 3,16 εκ. TEUs (αύξηση 16%). Το μεγαλύτερο μέρος της διακίνησης του λιμανιού αφορά ροές μεταφόρτωσης. Στον αντίποδα, η Θεσσαλονίκη, λόγω γεωγραφικής θέσης, έχει σημαντικές προοπτικές να καταστεί διαμετακομιστικός σταθμός για τις αγορές της Νοτιοανατολικής αλλά και της Κεντρικής Ευρώπης.Η εγγύτητά της σε μεγάλες πόλεις της ΝΑ και Κεντρικής Ευρώπης και σημαντικά λιμάνια της δίνει σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και την καθιστά ελκυστική για εταιρείες που θέλουν να προσεγγίσουν με τα προϊόντα τους τις παραπάνω αγορές.

Ο Δρ Λουφάκης πρόσθεσε ότι τα τελευταία έτη, υπάρχει μία τάση επιλογής λιμανιών της Μεσογείου έναντι αυτών της Βόρειας Ευρώπης ως πύλης εισόδου των προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές (ενώ το 1990 τα λιμάνια της Μεσογείου διαχειρίζονταν το 27% της κίνησης προς τις ευρωπαϊκές αγορές, το 2011 έφτασαν το 48%). Τα δε λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου κερδίζουν έδαφος σε σχέση με αυτά της Δυτικής (η Ανατολική Μεσόγειος διαχειρίστηκε το 50% της κίνησης της Μεσογείου το 2011, σε σύγκριση με το 28% το 1990). Ωστόσο, τα λιμάνια της Ελλάδας δεν έχουν καταφέρει να εκμεταλλευτούν αυτήν την τάση, καθώς εξακολουθούν να διαχειρίζονται πολύ μικρές ποσότητες φορτίων transit που κατευθύνονται σε ξένες αγορές. Ενδεικτικά το 2013 το λιμάνι της Θεσσαλονίκης διαχειρίστηκε 322 χιλ. TEUs, εκ των οποίων μόνο 36 χιλ. αφορούσαν transit φορτία και αυτό είναι σχεδόν το σύνολο των transit φορτίων της χώρας.

Βάσει εκτιμήσεων, οι ανάγκες διακίνησης Ε/Κ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη θα φτάσουν τα 3-3,5 εκ. TEUs. Η Θεσσαλονίκη, δεδομένης της ολοκλήρωσης των απαραίτητων επενδύσεων και στο λιμάνι αλλά και στο χερσαίο δίκτυο, μπορεί δυνητικά να προσελκύσει φορτία διαμετακόμισης της τάξης των 600-800 χιλ. TEUs. Λαμβάνοντας υπόψη τη μικρή απόσταση της πόλης από τα σύνορα (79 χλμ.), οι επενδύσεις που απαιτούνται στο χερσαίο δίκτυο είναι σχετικά χαμηλές.

 

Ο Πρόεδρος του ΣΕΒΕ σημείωσε ότι η επίδραση της προσέλκυσης φορτίων τέτοιου μεγέθους στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης είναι μείζονος σημασίας για την τοπική οικονομία και έχει πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα:

 

  • Άμεσο όφελος από την αυξημένη διαχείριση στο λιμάνι, από την χερσαία μεταφορά των Ε/Κ μέσω οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, καθώς και από τις λοιπές λιμενικές υπηρεσίες.
  • Επίδραση από την ανάπτυξη δικτύου επιχειρήσεων στην περιοχή του λιμανιού (π.χ. επιχειρήσεις logistics, βιομηχανικές επιχειρήσεις συνδεδεμένες με τη ναυτιλία)
  • Έμμεση επίδραση λόγω αυξημένης παραγωγής κλάδων εκτός του συγκεκριμένου δικτύου (π.χ. μεταποιητικές βιομηχανίες)

 

Βάσει των παραπάνω εκτιμάται ότι η ανάπτυξη του Λιμένα της Θεσσαλονίκης ως διαμετακομιστικό κέντρο και η απορρόφηση φορτίου 1 εκατ. TEUs μπορεί μακροπρόθεσμα να αποφέρει συνολικό οικονομικό όφελος της τάξης των €1,5 – 2,5 δις, που ισοδυναμεί σε 6 – 10% του ΑΕΠ της Κεντρικής Μακεδονίας.

Τέλος, ο Πρόεδρος του ΣΕΒΕ χαρακτήρισε ιδιαίτερα κρίσιμη την ταχύτητα υλοποίησης της αναπτυξιακής κίνησης, καθώς οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται σε ανταγωνιστικά λιμάνια της ευρύτερης περιοχής μπορεί να απαξιώσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της γεωγραφικής θέσης της Θεσσαλονίκης. Εξέφρασε δε την ικανοποίησή του για την ταύτιση ως προς το στρατηγικής σημασίας για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή θέμα της αναβάθμισης του λιμένα Θεσσαλονίκης με τους άλλους παραγωγικούς φορείς της πόλης, τους οποίους ευχαρίστησε για την παρουσία και ομοθυμία στην προώθηση του κρίσιμου αυτού ζητήματος που ήταν κεντρικό και στη χθεσινή συνάντησή τους στην Αθήνα με τον Πρωθυπουργό κ. Σαμαρά ενόψει της ΔΕΘ. Ευχαρίστησε επίσης την εταιρία Deloitte, η οποία συνέδραμε το ΣΕΒΕ στην προμέτρηση των θετικών συνεπειών από την ανάπτυξη του λιμένα.