«ΧΕΙΡΑ ΒΟΗΘΕΙΑΣ» ΜΕ ΣΤΟΧΟ ΤΗΝ ΤΟΝΩΣΗ ΤΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΝ

Την ώρα που η ελληνική βιομηχανία δίνει μάχη για να κρατηθεί όρθια και να ανταπεξέλθει στις ασφυκτικές συνθήκες που δημιουργούν η κάμψη της κατανάλωσης και η έλλειψη ρευστότητας, αρκετές πολυεθνικές αναθέτουν σε εργοστάσια των θυγατρικών τους στην Ελλάδα την παραγωγή προϊόντων τους που προορίζονται για χώρες του εξωτερικού. Heineken και Philip Morris είναι ανάμεσα σε αυτές που παραχώρησαν πρόσφατα το δικαίωμα στις Εν Ελλάδι μονάδες τους, δηλαδή σε Αθηναϊκή Ζυθοποιία και Παπαστράτο, αντίστοιχα, τη δυνατότητα να παράξουν συγκεκριμένους κωδικούς από το «πλούσιο» χαρτοφυλάκιο που διαθέτουν για λογαριασμό άλλων θυγατρικών τους. Συγκεκριμένα, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία ανέλαβε την παραγωγή και εξαγωγή της μπίρας Heineken για τις αγορές της Ιταλίας και της Κίνας ενώ η Παπαστράτος την παραγωγή και εξαγωγή των τσιγάρων Marlboro αλλά και άλλων τσιγάρων για 30 αγορές της Philip Morris.

Η «χείρα βοηθείας» που απλώνουν οι «μητρικές» έρχεται τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής δυναμικότητας των θυγατρικών τους βρίσκεται σε αδράνεια εξαιτίας της ύφεσης, και έχει στόχο να αυξήσει τον όγκο παραγωγής και παράλληλα να τονώσει τις πωλήσεις τους μέσα από τις εξαγωγές. «Παρέχοντας τη δυνατότητα θέσουν σε πλήρη λειτουργία τις γραμμές παραγωγής και εξασφαλίζοντας ότι η επιπλέον παραγωγή θα απορροφηθεί από τις εταιρείες του ομίλου τονώνουν τα έσοδα των θυγατρικών τους, που υποχωρούν και περιορίζουν τις όποιες ζημιές υπάρχουν», εξηγούν άνθρωποι της αγοράς.

Τα ρίσκα
Προσθέτουν μάλιστα ότι η πρακτική αυτή δεν είναι καινούρια, αλλά έχει ακολουθηθεί κατά κόρον από αρκετές πολυεθνικές σε ανάλογες καταστάσεις στο παρελθόν. Βέβαια η απόφαση των κεντρικών να αναθέσουν ένα τέτοιο έργο σε οποιαδήποτε θυγατρική δεν είναι εύκολη, αλλά είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων με κοινό παρανομαστή το ανταγωνιστικό κόστος. Δεν είναι τυχαία η αναφορά του επικεφαλής της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, Ζωούλλη Μηνά πως η συμφωνία με την Heineken επετεύχθη χάρη στις υψηλές παραγωγικές δυνατότητες του εργοστασίου της Πάτρας και στην ικανότητα παραγωγής ποιοτικών προϊόντων σε ανταγωνιστικό κόστος.

«Εάν δεν υπήρχε κέρδος, κανείς δεν θα αναλάμβανε να πάρει ένα τέτοιο ρίσκο ειδικά με βάση την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική αγορά σήμερα», υποστηρίζει άνθρωπος που γνωρίζει από πρώτο χέρι τον τρόπο λειτουργίας των πολυεθνικών. Σημαντικό επίσης ρόλο παίζει η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η οποία αποτελεί ισχυρό δέλεαρ για τη μεταφορά παραγωγής σε υφιστάμενες μονάδες.

Αντίθετα, τροχοπέδη εξακολουθεί να αποτελεί το υψηλό κόστος ενέργειας και η υπέρμετρη φορολόγηση που επιβαρύνουν το κόστος και υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα και από την κίνηση της Χαλυβουργικής, να προχωρήσει σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου για το προσωπικό της, επισημαίνοντας ότι η προσφυγή στο μέτρο αυτό, είναι «δυστυχώς αναγκαία και αναπόφευκτη, υπαγορευόμενη από την δυσχερέστατη οικονομική συγκυρία». Η απόφαση των πολυεθνικών να ενισχύσουν τις γραμμές παραγωγής που διατηρούν στην Ελλάδα είναι προφανές πως έχει λάβει υπόψη την πιθανότητα η χώρα να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη ?αν και όλα τα στελέχη τους σε δημόσιες τοποθετήσεις τους απεύχονται να συμβεί κάτι τέτοιο. Οικονομικοί αναλυτές θεωρούν ότι η επιστροφή στη δραχμή ή σε ένα νόμισμα με ισοτιμία πολύ μικρότερη από αυτή που έχει σήμερα το ευρώ όχι μόνο δεν θα τις ζημίωνε, αλλά σε βάθος χρόνου θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα για τα εργοστάσιά τους.

Και αυτό γιατί τα προϊόντα που θα παρήγαγαν εδώ θα ήταν πολύ πιο φθηνά και άρα πολύ πιο ανταγωνιστικά σε σχέση με τα αντίστοιχα προϊόντων των ανεπτυγμένων χωρών ενώ δεν θα υπήρχε πρόβλημα ούτε στην εισαγωγή των πρώτων, καθώς θα γίνονταν κεντρικά από τον μητρικό όμιλο, ο οποίος διαθέτει τα κεφάλαια και την ευελιξία να στηρίξει τις θυγατρικές του σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Σε καλύτερη θέση μάλιστα εκτιμάται πως θα είναι οι βιομηχανίες που χρησιμοποιούν ελληνικές πρώτες ύλες, τις οποίες θα αγόραζαν σε πολύ καλύτερες τιμές από τις σημερινές. Σε κάθε περίπτωση οι πολυεθνικές έχουν τον τρόπο να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους ακόμη και αν η Ελλάδα βγει από το ευρώ.

Νέες θέσεις εργασίας
«Στοίχημα» η παραγωγική ανασυγκρότηση

Ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις και τα συμφέρονται που κρύβονται πίσω από τις αποφάσεις των πολυεθνικών, η πρωτοβουλία τους να αναβαθμίσουν τα εργοστάσιά τους στην Ελλάδα μόνο θετική μπορεί να χαρακτηριστεί.

Παράγοντες της αγοράς υπογραμμίζουν ότι τέτοιες πρωτοβουλίες είναι καλοδεχούμενες καθώς τονώνουν την εγχώρια παραγωγή και συμβάλουν στη διασφάλιση των υφιστάμενων θέσεων εργασίας ενώ στέλνουν ένα θετικό μήνυμα στο εξωτερικό για την ικανότητα της χώρας να προσελκύσει ξένες επενδύσεις.

«Η παραγωγική ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας είναι το μεγάλο στοίχημα που καλείται να κερδίσει η χώρα, εφόσον θέλει να οικοδομήσει ένα νέο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης. Χωρίς παραγωγή δεν υπάρχει μέλλον και βιώσιμες θέσεις εργασίας», τονίζουν χαρακτηριστικά. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται απαραίτητη η αποκατάσταση της σταθερότητας και ο τερματισμός της αβεβαιότητας για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.

Όσο εκκρεμεί η συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές που θα ξεκλειδώσει τη χρηματοδότηση της χώρα, τόσο θα παραμένει ζωντανό το σενάριο του Grexit, κρατώντας τους επενδυτές μακριά από τη χώρα και διευρύνοντας την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία τείνει να «παγώσει» τους τελευταίους τρεις μήνες, αφού κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ρισκάρει έως ότου ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο.

Αβεβαιότητα
Εγχώριοι και ξένοι επενδυτές περιμένουν με αγωνία την κατάληξη των διαπραγματεύσεων που διεξάγει η νέα κυβέρνηση με τους δανειστές, οι οποίοι δεν φαίνεται να πείθονται από τις μέχρι σήμερα δεσμεύσεις της για μεταρρυθμίσεις. Η επίτευξη μιας αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας, χωρίς να διακινδυνεύεται η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ, φαίνεται πως είναι το ζητούμενο για την πλειονότητα του επιχειρηματικού κόσμου, ο οποίος δεν θέλει να σκέφτεται καν το ενδεχόμενο επιστροφής στη δραχμή. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό, καθώς εκτός από την ανυπολόγιστη ζημιά σε χιλιάδες επιχειρήσεις θα οδηγούσε σε ραγδαία υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου εκατομμυρίων καταναλωτών.

 

Πηγή: www.imerisia.gr