Ποια είναι η πραγματικότητα σχετικά με τις ελληνικές εξαγωγές και πώς μπορούν να βελτιωθούν; Πώς θα γίνουν τα ελληνικά προϊόντα πιο ανταγωνιστικά για να κερδίσουν νέες αγορές;

Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί, έτσι χώρες οι οποίες ανταγωνίζονται τα ελληνικά προϊόντα διεκδικούν και προσπαθούν να αυξήσουν τα μερίδια αγοράς τους στις ξένες αγορές εκτοπίζοντας τα εγχώρια προϊόντα μας. Μάλιστα το δύσκολο οικονομικό κλίμα που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσης αλλά και προσφάτως λόγω του ελέγχου της κίνησης των κεφαλαίων (capital controls), έχουν ως αποτέλεσμα οι ελληνικές εξαγωγές να χάνουν συνεχώς σημαντικό έδαφος και μαζί τους να εξαντλείται κάθε ελπίδα της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας.
Μπορούμε να κάνουμε κάτι; Μήπως πρέπει και οι ελληνικές επιχειρήσεις να αρχίσουν να αντιλαμβάνονται ότι κάτι πρέπει να αλλάξουν; Να εξελιχθούν και να προσαρμοστούν στο νέο πολύ δυναμικό διεθνές περιβάλλον που εκτός από ανταγωνισμό προσφέρει και πολλές ευκαιρίες;
Το ελληνικό εξαγωγικό εμπόριο χαρακτηρίζεται από χρόνιες εγγενείς αδυναμίες με κυριότερες την χαμηλή ανταγωνιστικότητα των εξαγόμενων προϊόντων. Η χώρα μας συγκεκριμένα εισάγει εξαιρετικά πολλά προϊόντα μεσαίας και υψηλής αξίας, ενώ ταυτόχρονα τουλάχιστον το 1/3 των εξαγωγών της συνίσταται σε χαμηλότερης αξίας προϊόντα με περιορισμένη ελαστικότητα τιμών. Θα πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε πως για να εισάγουμε ένα αυτοκίνητο μικρού κυβισμού που δεν παράγουμε, χρειαζόμαστε περίπου 10 τόνους ελιές 38 δέντρα, 5 στρέμματα και φυσικά κόπο να καλλιεργηθούν.
Μία επιπλέον πληγή αποτελεί η έλλειψη επενδύσεων στον εγχώριο πρωτογενή και δευτερογενή οικονομικό τομέα οι οποίοι αποτελούν την πραγματική οικονομία, ενώ ιδιαίτερα διογκωμένος είναι ο τομέας των υπηρεσιών.
Κυρίως όμως, τα ελληνικά προϊόντα αδυνατούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των ξένων αγορών καθώς δεν εστιάζουν στην αλλαγή των τάσεων και τις μεταβαλλόμενες ανάγκες των καταναλωτών, στη διαφοροποίηση, στη συνέπεια, στη συνέχεια στην λεπτομέρεια και τέλος στην σχέση τιμής/ ποιότητας.
Προκειμένου λοιπόν να ενισχυθεί η εξωστρέφεια τους, πρωτίστως επιβάλλεται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες να αποκτήσουν υπεραξία -ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικά- είτε μέσω της περαιτέρω επεξεργασίας/μεταποίησης τους, είτε μέσω του σχεδιασμού καινοτόμων και λειτουργικών συσκευασιών ή /και μέσω της παροχής υψηλής ποιότητας υπηρεσιών πριν και μετά την πώληση που θα τα διαφοροποιήσουν από τον ανταγωνισμό και θα δημιουργήσουν μια συνεχή ζήτηση μέσω της τοποθέτησής τους σε τμήματα αγορών του εξωτερικού και όχι τυχαίες πωλήσεις όπως συμβαίνει κυρίως σήμερα.

Εξαγωγική κουλτούρα
Επόμενο αναγκαίο βήμα αποτελεί η αλλαγή στην ενδοεπιχειρησιακή εξαγωγική κουλτούρα η οποία θα πρέπει να στηρίζεται σε ένα καλά οργανωμένο εξαγωγικό σχέδιο κατόπιν πολύ καλής έρευνας αγοράς και μελέτης της δημιουργίας ή προσαρμογής του κατάλληλου προϊοντικού χαρτοφυλακίου ώστε να καλύπτονται όλες οι ανάγκες από τον εισαγωγέα, τον χονδρέμπορο και κυρίως τον τελικό χρήστη/καταναλωτή των προϊόντων ή υπηρεσιών της επιχείρησης. Ακολούθως, η μεθοδική, συλλογική, θεσμοθετημένη δημιουργία εξαγωγικών κοινοπραξιών και παραγωγικών συνεταιρισμών με σκοπό την μείωση του κόστους αλλά και τη συγκέντρωση ικανής παραγωγικής διαθεσιμότητας σε συνδυασμό με την ανάπτυξη συνεργιών με ξένους παραγωγούς / διανομείς θα συμβάλλει στην ενίσχυση της τοποθέτησης των ελληνικών προϊόντων στις ξένες αγορές.
Η στρατηγική ενδυνάμωση του εθνικού brand name με σταθερά βήματα και με συνέχεια επί μία σειρά ετών, το οποίο θα λειτουργήσει ως “ομπρέλα” για τα ελληνικά προϊόντα, θα συντελέσει με τη σειρά του στην αναβάθμιση των εξαγωγών της χώρας.
Επισημαίνεται ακόμη ότι αφενός το ελληνικό κράτος δεν έχει καταρτίσει εθνική εξαγωγική στρατηγική ανά κλάδο προϊόντων, αφετέρου υπάρχουν προβλήματα στην εφαρμογή του όποιου μεμονωμένου σχεδίου, με κυριότερα τον εσωτερικό «κακό» ανταγωνισμό μεταξύ των ελληνικών επιχειρήσεων και την μη εμπλοκή των κατάλληλων ανθρώπων με τις απαραίτητες εξειδικευμένες γνώσεις που θα συνδράμουν στην αποτελεσματικότερη υλοποίηση και με μικρότερο ρίσκο αποτυχίας εξαγωγική προσπάθεια των επιχειρήσεων ή των κλάδων.
Συνεπώς, μέσα σε ένα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον και σε μια ολοένα και πιο απαιτητική και ανταγωνιστική παγκόσμια αγορά οι Έλληνες επιχειρηματίες επιβάλλεται να εστιάσουν με μεθοδικό και καλά οργανωμένο τρόπο στην διαφοροποίηση των προϊόντων τους ώστε αυτά να γίνουν πιο ανταγωνιστικά. Ιδιαίτερα μέσα από συνέργειες και την «ισχύ εν τη ενώσει» τα ελληνικά προϊόντα και οι εταιρείες που τα παράγουν και τα διαθέτουν μπορούν και πρέπει να κάνουν τη διαφορά!

* Ο Δημήτρης Καραβασίλης είναι Σύμβουλος Διεθνούς Μάρκετινγκ, Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας DK Consultants.