Για να εισάγουμε ένα αυτοκίνητο από την Γερμανία 1.300 κυβικών χρειάζεται να εξάγουμε ελιές από περίπου 80 στρέμματα!!!

 

Ο κ. Δημήτρης Καραβασίλης, διευθύνων σύμβουλος της DK Consultants «φωτογραφίζει» τις προσπάθειες των ελλήνων εξαγωγέων οι περισσότεροι των οποίων πηγαίνουν χωρίς πρόγραμμα στο εξωτερικό.

 

Συνέντευξη στο TIMETV

Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό. Αρκεί να ακολουθήσουμε το πετυχημένο παράδειγμα χωρών όπως η Ισπανία και η Ιταλία οι εξαγωγικές επιχειρήσεις των οποίων βγήκαν στο εξωτερικό με δύο μπουκάλια ελαιολάδου «σήμα κατατεθέν» των χωρών τους. Έτσι πέρασαν στο μυαλό των καταναλωτών που απευθύνθηκαν. Αν δεν κάνουμε τέτοιες απλές κινήσεις, αν συνεχίσουμε να είμαστε πολυκερματισμένοι και ασυντόνιστοι, δεν θα φτάσουμε ποτέ στην επιτυχία. Απόδειξη; Από τις 2.643 ετικέτες ελληνικού ελαιόλαδου στο εξωτερικό το 64,3% δεν θα ξανακυκλοφορεί. Οι διαπιστώσεις ανήκουν στον κ. Δημήτρη Καραβασίλη, διευθύνοντα σύμβουλο της DK Consultants ο οποίος αποκαλύπτει σημαντικές λεπτομέρειες από τις πετυχημένες αλλά και τις ατυχείς πρακτικές των ελλήνων εξαγωγέων στο εξωτερικό. Ας τον ακούσουμε.

 

Κύριε Καραβασίλη, έχετε πολλά χρόνια που ασχολείστε με τον χώρο των εξαγωγών.

Αισίως συμπληρώνουμε ως εταιρεία τα 15 χρόνια αν και προηγουμένως είχα περάσει από τμήματα σημαντικών εξαγωγικών εταιρειών.

 

Αλήθεια συμμερίζεστε την αισιοδοξία που επικρατεί μεταξύ των εκπροσώπων των εξαγωγικών φορέων. Είναι αλήθεια, ότι οι εξαγωγές ελληνικών προϊόντων κινήθηκαν ανοδικά τα χρόνια της κρίσης;

Κοιτάξτε, σαφώς υπάρχει μια ανοδική τάση. Ολοένα και περισσότερο στρέφουμε το βλέμμα μας προς τα έξω, δεν κοιτάμε μόνο την εγχώρια κατανάλωση και αγορά. Όμως, για να μπορέσει κανείς να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα, πρέπει να επιχειρήσει μία πιο διεισδυτική ματιά στα νούμερα και να κάνει μια ποιοτική ανάλυση αυτών των στοιχείων. Αυτό που προκύπτει από τις δικές μας αναλύσεις είναι ότι σαφώς υπάρχει μια αυξητική τάση στις εξαγωγές – αυτό είναι αδιαμφησβήτητο και βεβαίως καταγράφεται και στα επίσημα νούμερα. Πρόκειται όμως για απλές πωλήσεις ή για σταθερή τοποθέτηση των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό; Δυστυχώς, με το που άρχισε η κρίση και μειώθηκε πάρα πολύ η εγχώρια κατανάλωση πολλές εταιρείες αναγκάστηκαν να στραφούν στο εξωτερικό για να διοχετεύσουν τα στοκαρισμένα προϊόντα τους. Έτσι ξεκίνησαν να διαθέτουν τα προϊόντα τους στις ξένες αγορές. Η διαφορά, όμως μεταξύ πώλησης και τοποθέτησης ενός προϊόντος σε κάποια ξένη αγορά είναι ότι η πώληση στηρίζεται αποκλειστικά στην τιμή του. Έτσι, όταν κάποιος πελάτης στην Αγγλία ή σε άλλη χώρα ενημερώνεται από έναν Έλληνα παραγωγό ότι μπορεί να προμηθευτεί ένα συγκεκριμένο προϊόν αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι η τιμή. Όταν, όμως, ο έλληνας παραγωγός κάνει μια τοποθέτηση του προϊόντος σαφώς φιλοδοξεί να εισπράξει και κάποια υπεραξία.

 

Η τοποθέτηση προϊόντος εμπεριέχει το στοιχείο της μονιμότητας;

Ακριβώς, δείχνει ότι θέλουμε να πάμε στην αγορά για να εδραιωθούμε σε αυτή, να βρούμε σταθερούς συνεργάτες και να δημιουργήσουμε υπεραξία.

 

Ποια είναι λοιπόν τα αποτελέσματα της προσπάθειας των ελλήνων εξαγωγέων; Κατόρθωσαν να εδραιωθούν σε ξένες αγορές ή απλώς λειτούργησαν κάτω από το άγχος ανεύρεσης διεξόδων από τα αδιέξοδα της εγχώριας αγοράς;

Κοιτάξτε, αν από το σύνολο των εξαγωγών βγάλουμε τα πετρελαιοειδή καθώς επίσης και κάποιες εξαγωγές προϊόντων όπως ο βωξίτης που βασίζονται σε προκαθορισμένα συμβόλαια, δεν χωρά αμφιβολία ότι υπάρχει κόπωση στην εξαγωγική προσπάθεια της χώρας. Αυτό συμβαίνει διότι δεν έχουμε την δυνατότητα επανα-παραγγελίας πολλών προϊόντων τα οποία εξήχθησαν με την λογική της ανταγωνιστικής τιμής. Πρακτικά λοιπόν «ρευστοποιήσαμε» τα ράφια μας, πήραμε κάποια χρήματα, με αυτά τα χρήματα καλύψαμε κάποιες πρόσκαιρες χρηματοδοτικές ανάγκες της επιχείρησης και πλέον αντιμετωπίζουμε ένα μεγάλο χρηματοδοτικό κενό, που δεν επιτρέπει σε πολλές επιχειρήσεις να ξανα-παραγγείλουν υλικά ώστε να μπουν σε ένα νέο κύκλο παραγγγελιώναπό το εξωτερικό.

 

Τι δεν κάνουν σωστά οι έλληνες επιχειρηματίες, στην εξαγωγική τους προσπάθεια;

Κοιτάξτε, δεν χωρά αμφιβολία ότι υπάρχουν έλληνες επιχειρηματίες που για πολλά χρόνια κάνουν πολύ καλά πράγματα στο εξωτερικό. Έτσι, έχουμε εξαιρετικά brands τα οποία μας εκπροσωπούν επάξια στο εξωτερικό, κάτι που μας κάνει ιδιαίτερα περήφανους. Παρ’ όλα αυτά, όμως, επειδή αρκετοί βλέπουν την εξωστρέφεια ως «μόδα», δεν φέρονται με τον τρόπο και την οργάνωση που είναι απαραίτητα. Έτσι λοιπόν αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις πηγαίνουν με τυχαίες παραγγελίες στο εξωτερικό, κάνουν δεξιά και αριστερά τυχαίες ενέργειες, που βεβαίως δεν έχουν ιδιαίτερη τύχη. Ξέρετε ποιό είναι το αποτέλεσμα; αυτά τα οποία ξοδεύουν με αυτά τα οποία εισπράττουν συνήθως δεν ανταποκρίνονται στις αρχικές τους προσδοκίες. Πρέπει να καταλάβουμε ότι η εξαγωγική προσπάθεια είναι ένας μαραθώνιος, που απαιτεί πολύ καλή προετοιμασία. Πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι πηγαίνοντας σε κάποια αγορά του εξωτερικού το βασικό που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας είναι να δούμε τις πραγματικές ανάγκες των καταλαωτών και να τις ικανοποιήσουμε.

 

Εννοείτε του τελικού καταναλωτή;

Ακριβώς. Πελάτης μας δεν είναι ο χονδρέμπορος αλλά ο τελικός καταναλωτής. Επομένως αν εμείς δεν δούμε τις ανάγκες εκείνου που θα μας πληρώσει δεν θα πετύχουμε τίποτε.

 

Αυτό που λέτε είναι ότι θα πρέπει οι εξαγωγείς να αντλήσουν τεχνογνωσία από κάποιους ειδικούς;

Κοιτάξτε, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: οι ειδικοί σίγουρα είναι εξαιρετικά αναγκαίοι. Όμως και σε αυτή την περίπτωση οφείλουμε δυστυχώς να πούμε ότι υπάρχουν «ειδικοί» που πολλές φορές έχουν απογοητεύσει αφού επιχειρούν να «τα κάνουν όλοι-όλα». Επομένως και στον δικό μας χώρο δεν είναι όλοι και τα καλύτερα παιδιά. Αυτό που κυρίως θέλω να υπογραμμίσω είναι ότι οι υποψήφιοι εξαγωγείς θα πρέπει πρώτον, να κάνουν μια πολύ καλή έρευνα αγοράς για τους ειδικούς. Δεύτερο θα πρέπει οι ίδιοι οι εξαγωγείς να μπουν στην διαδικασία να αναγνωρίσουν τι είναι που κάνει το προϊόν τους ελκυστικό στον ξένο καταναλωτή, διότι – ας μην κρυβόμαστε κύριε Κτενά -, τα περισσότερα προϊόντα εταιρειών μοιάζουν μεταξύ τους. Είναι πολύ λίγα τα στοιχεία διαφοροποίησης τα οποία πλέον μπορούμε να κάνουμε. Αυτά τα στοιχεία όμως είναι αυτά που δίνουν και το πρόκριμα για την τελική επιλογή.

 

Έχετε μακρά εμπειρία σε διάφορους κλάδους. Ωστόσο σε ορισμένους εξ αυτών, έχετε μια πολύ εξειδικευμένη γνώση. Δώστε μας μια εικόνα των εξελίξεων στην εξαγωγική προσπάθεια των εταιρειών τυποιημένου ελαιολάδου.

Κοιτάξτε, ως εταιρεία μελετήσαμε την αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου από το 2011 ως το 2013. Κεντρικό συμπέρασμα αυτής της μελέτης είναι στην αγορά επώνυμου τυποποιημένου ελαιολάδου υπάρχει πληθώρα ετικετών, που κυκλοφορούν και οι οποίες τελικά πολύ γρήγορα αποσύρονται από την αγορά. Φανταστείτε ότι μέσα σε διάστημα ενός έτους καταγράψαμε 2.643 ετικέτες ελαιόλαδου στο εξωτερικό – δεν μιλάμε για την Ελλάδα, αλλά για χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, της Ανατολικής Ευρώπης και Βόρειες χώρες – από τις οποίες το 64,3% δεν επανεμφανίστηκαν την επόμενη χρονιά.

Όπως αντιλαμβάνεστε, μιλάμε για έξοδα, κόπο, απογοήτευση και το κυριότερο από όλα είναι ότι δεν υπάρχει μια συνέπεια και συνέχεια για το ελληνικό ελαιόλαδο στα ράφια. Και όπως έχω πει χαρακτηριστικά πάρα πολλές φορές «είμαστε πρωταθλητές στις δαχτυλιές» δηλαδή όλοι παίρνουν τα ελληνικά μπουκάλια για να τα δούνε αλλά τελικά δεν καταλήγουν στο καλάθι του καταναλωτή διότι είναι και πολύ ακριβά, διότι έχουν περισσότερο μια καλλιτεχνική διάθεση και είναι πιο πολύ μέσα σε μια αγορά η οποία έχει να κάνει με το superpremium ή ultra-premiumκομμάτι της αγοράς.

 

Παρ΄όλα αυτά υπάρχει ένα εξαγωγικό ρεύμα. Τι θα μπορούσε να γίνει ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών των ελληνικών επιχειρήσεων;

Κοιτάξτε, μου δίνετε την ευκαιρία να σας καταθέσω κάποιες απόψεις αλλά και τις γενικές γραμμές του στρατηγικού πλάνου που είχαμε καταθέσει και στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Το πιο εύκολο πράγμα που θα μπορούσαμε να κάνουμε – αύριο το πρωί – είναι να σχεδιάζαμε από κοινού με τους συλλογικούς φορείς του κλάδου δύο τύπους μπουκαλιών. Οι εξαγωγές ελληνικού τυποποιημένου ελαιολάδου θα πρέπει να γίνονται μόνον με τους δύο αυτούς τύπους μπουκαλιών έτσι ώστε το προϊόν να παραπέμπει σε Ελλάδα. Δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό: το ίδιο ακριβώς πράγμα κάνουν και η Ισπανία και η Ιταλία, οι οποίες εξάγουν τα προϊόντα τους σε δύο χαρακτηριστικά μπουκάλια: ένα τετράγωνο και ένα στρογγυλό, είναι τύπου marasca και dorica. Μέσω αυτών των δύο συσκευασιών εξάγεται το 90% του ελαιόλαδου τους. Θα μπορούσαμε λοιπόν να σχεδιάσουμε δύο φιάλες οι οποίες θα μας αντιπροσώπευαν και οποίες θα ήταν εύκολα αναγνωρίσιμες στο εξωτερικό. Δεν είναι κακό να υπάρχουν πολλές ετικέτες, επιβάλλεται, όμως να πάμε με δύο συσκευασίες για λόγους μάρκετινγκ και αυτό θα ήταν το πρώτο βήμα.

Επίσης θα πρέπει να σκύψουμε στο θέμα που λέγεται διανομή, διότι το να παράξεις το ελαιόλαδο ή να είσαι συνεπής σε κάποιες ποιοτικές διαδικασίες ελαιόλαδου αυτό είναι το πρώτο σκέλος, το ποιός, όμως, θα διανείμει το προϊόν σου είναι το δεύτερο σκέλος. Εδώ λοιποόν πρέπει να έχουμε κάποια logisticcentersκαθώς επίσης και ορισμένες άλλες προϋποθέσεις τα οποία θα μας βοηθούσαν να μειώσουμε το κόστος μας και να γίνουμε εξαιρετικά ανταγωνιστικοί.

 

Αυτό είναι μία πρωτοβουλία που πρέπει να αναληφθεί από την ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης ή από ιδιωτικούς φορείς, όπως ο ΣΕΒΙΤΕΛ; Ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός που πρέπει να κινήσει τα νήματα;

Κοιτάξτε, θεωρώ ότι το κράτος αλλά και επιχειρηματικοί φορείς όπως ο ΣΕΒΙΤΕΛ, είναι ουσιαστικά οι θεματοφύλακες για να μπορέσει να ξεδιπλωθεί μία τέτοια πρωτοβουλία. Πρέπει, όμως, να αναλάβει πρωτοβουλία και ο ιδιωτικός τομέας, οι ίδιες οι επιχειρήσεις.

 

 

Αντίστοιχα συμπεράσματα εξάγονται και από την προσπάθεια των ελλήνων οινοπαραγωγών στο εξωτερικό. Προσφάτως, εκπρόσωπος μεγάλης οινοπαραγωγικής επιχείρησης από τη Νεμέα μας έλεγε ότι πάνω από 200 ετικέτες φιλοδοξούν να «ανοίξουν» την αγορά των ΗΠΑ. Ο τρόπος, όμως, που γίνεται παραπέμπει σε μια πολυδιάσπαση δυνάμεων χωρίς κανένα στοιχείο συλλογικής προσπάθειας.

Ξέρετε, όσοι έχουν την εμπειρία των δικτύων ή είχαν την τύχη να βρεθούν και να συνομιλήσουν με κάποιους εισαγωγείς από δίκτυα διανομής για μια σοβαρή τοποθέτηση σε σειρά καταστημάτων, πέραν του κόστους το οποίο είναι εξαιρετικά υψηλό, τα συμβόλαια τα οποία ζητάνε οι εταιρείες ως εξασφάλιση για την συνέχεια του προϊόντος είναι εξαιρετικά υψηλά και οι ρήτρες είναι πάρα πολύ υψηλές. Αυτό σημαίνει ότι δεν τον ενδιαφέρει αν αύριο το πρωί εμείς εδώ στην Ελλάδα θα έχουμε πρόβλημα με κάποιο μικρόβιο, με κάποιο ζιζάνιο στα σταφύλια μας ή κάτι άλλο – γι’ αυτά υπάρχουν οι ασφαλιστικές εταιρείες – αυτόν τον ενδιαφέρει ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει περίπου το 0,1% του παγκόσμιου εμπορίου. Δεν είναι δυνατόν μια αλυσίδα supermarketνα στηριχθεί σε έναν έλληνα παραγωγό που μπορεί να την προμηθεύσει σήμερα και αύριο ο πελάτης της να μη βρει το προϊόν στο ράφι του σουπερμάρκετ επειδή ο έλληνας παραγωγός δεν θα είναι σε θέση να της το ξαναστείλει.

 

Είσαστε μεταξύ των εμπειρογνωμόνων που γνωρίζουν τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Θα θέλαμε λίγο να μας δώσετε μία εικόνα των επιδόσεων εξωστρέφειας των προϊόντων του αγροτικού τομέα.

Κοιτάξτε, η εμπειρία μου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφορά την συμμετοχή μου στην κατάρτιση ενός οδικού χάρτη για τις εξαγωγές και για το εμπόριο. Εκεί συνοψίσθηκαν οι ενέργειες, που πρέπει να γίνουν σε θεσμικό επίπεδο καθώς επίσης και σε κάποιους ειδικούς τομείς ώστε να διαμορφωθεί το στρατηγικό σχέδιο της χώρας.

 

Τι ελλείψεις υπάρχουν σε θεσμικό επίπεδο;

Κοιτάξτε, υπάρχουν αρκετές ελλείψεις σε θεσμικό επίπεδο. Πρώτα από όλα πρέπει να λειτουργήσει ο θεσμός του πιστοποιημένου εμπόρου και να μπορέσουν να απλοποιηθούν οι διαδικασίες εκτελωνισμού. Φανταστείτε ότι στο παρελθόν χρειαζόμασταν 21 ημέρες για να κάνουμε μια εξαγωγή. Αυτή τη στιγμή είμαστε στις 11-12 ημέρες και ευελπιστούμε να φτάσουμε στις 9 ημέρες. Αυτό αυτόματα μας ανέβασε τουλάχιστον 20-30 θέσεις στο «EasyDoingBusiness», με αποτέλεσμα η χώρα μας να γίνει πιο ελκυστική για δουλιές με το εξωτερικό.

Υπάρχουν επίσης και πολλά άλλα θέματα που αναλύθηκαν εκεί, και τα οποία αφορούν την στρατηγική της χώρας σε κλαδικό επίπεδο. Όσον αναφορά τα αγροτικά προϊόντα, που με ρωτήσατε, σαφώς και είναι ένας τομέας που είναι πολύ σημαντικός για την χώρα μας. Είναι αλήθεια ότι έχουμε πολύ χαμηλής τεχνολογικής αξίας προϊόντα τα οποία εξάγουμε. Επιτρέψτε μου να αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: για να μπορέσουμε να εισάγουμε ένα αυτοκίνητο από την Γερμανία 1.300 κυβικών χρειάζεται να εξάγουμε ελιές από περίπου 80 στρέμματα!!! Σκεφτείτε λοιπόν τι πρέπει να κάνει κάποιος που διαθέτει τα 80 στρέμματα ελιές. Να αγοράσει όλα τα φυτο-φάρμακα, τα λιπάσματα, να εργαστεί σκληρά, να προ-χρηματοδοτήσει όλα αυτά που θα του επιτρέψουν να παράξει το προϊόν. Να στείλει την παραγωγή του στους πελάτες του, να περιμένει να πληρωθεί για να μπορέσει να αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο αυτοκίνητο – που ενδεχομένως να είναι και μια δύσκολη παραγωγή και να πει κάποιος μα τι είναι αυτά που λέτε – το ίδιο ισχύει και για άλλα προϊόντα: σκεφθείτε, πόσο μπορεί να κοστίσει ένας καυστήρας που είναι κάτι το οποίο είναι εφικτό να παραχθεί στην χώρα μας, ή ένας λέβητας; Έχει 1.000 ευρώ. Αναλογιστείτε πόσα χρήματα χρειάζεται να συγκεντρωθούν από την πώληση ακτινιδίων τα οποία πωλούνται με 0,35 λεπτά για να αγοραστεί ένας λέβητας. Η σύγκριση αυτή δείχνει το επίπεδο τεχνογνωσίας και τεχνολογίας και την ανάγκη αυτά να αυξηθούν στην χώρα μας. Δεν αρκεί να εργαζόμαστε πολύ πρέπει να εργαζόμαστε και έξυπνα.

Λέτε ότι πρέπει να γίνει στροφή προς τεχνολογικά αναβαθμισμένα προϊόντα.

Σαφώς πρέπει ο παραγωγικός ιστός να μπορέσει να αναβαθμιστεί και να διαφοροποιηθεί. Ακόμη και τα αγροτικά προϊόντα για τα οποία συζητάμε έχουν τεράστιο περιθώριο. Επίσης τα προϊόντα κλωστοϋφαντουργίας αλλά και προϊόντα άλλων παραδοσιακών κλάδων έχουν τεράστιες ευκαιρίες στην παγκόσμια αγορά.

 

Πάντως, κύριε Καραβασίλη, θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι γίνονται και καλά πράγματα. Προσφάτως για παράδειγμα είχα την ευκαιρία να μιλήσω με εκπροσώπους εταιρειών που εξάγουν εξάγουν αλγορίθμους καθώς επίσης προϊόντα αλουμινίου σε ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες. Αυτό δείχνει ότι κάτι κινείται.

Κοιτάξτε, συνήθως υπάρχουν αρκετές τέτοιες εταιρείες απλά δεν είναι γνωστές στο ευρύ κοινό διότι δεν δραστηριοποιούνται εδώ. Όπως έχω πει πάρα πολλές φορές η Ελλάδα είναι ένας ευλογημένος τόπος πρώτα πρώτα για να δουλεύεις. Φανταστείτε ότι δεν έχουμε γκρι έχουμε το απέραντο γαλάζιο, επομένως την αισιοδοξία την έχουμε μέσα στο αίμα μας, τώρα πρέπει απλά να πολεμήσουμε λίγο τον κακό μας εαυτό – τον κακό Έλληνα – και να κρατήσουμε τον καλό, διαμορφώνοντάς τον κατάλληλα. Έχετε πάντως δίκιο για την ύπαρξη πολλών καλών εξαγωγικών εταιρειών, όπως αυτές που αναφέρατε με τους μαθηματικούς αλγόριθμους. Είναι ένα από τα προϊόντα με εξαιρετικά μεγάλο κύκλο εργασιών στις εξαγωγές και προσφορά στο ΑΕΠ της χώρας. Οι αλγόριθμοι πωλούνται σε εταιρείες – είτε χρηματιστηριακές, είτε σε επιχειρήσεις που δημιουργούν software στο εξωτερικό. Υπάρχει μια εταιρεία η οποία είναι μοναδική στο είδος της παγκοσμίως η οποία παράγει αυτούς τους αλγορίθμους, τους ενσωματώνει σε software και δημιουργεί κάποια προγράμματα – προσωμειωτές τα οποία έχουν να κάνουν με crashtest σε αυτοκινητοβιομηχανίες. Φανταστείτε ο προμηθευτής είναι Έλληνας και μάλιστα είναι και συντοπίτης μου. Ο τελικός πελάτης είναι μεγάλες ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες. Επίσης υπάρχουν πάρα πολλές εταιρείες όπου άνθρωποι οι οποίοι έφυγαν από την Ελλάδα, διατηρώντας ωστόσο εδώ την έδρα τους. Έχουν πάει στην Γερμανία και αυτή τη στιγμή αναπτύσσουν συγκεκριμένα εξαρτήματα βελτιστοποίησης της τροπής των αυτοκινήτων με διάφορους μαθηματικούς τύπους και αυτό το project το έχουν πάρει outsourcing από την Audi. Είναι Έλληνες, παιδιά που σπούδασαν στο Πολυτεχνείο, δεν βρήκαν δουλειά και πήγαν στην Γερμανία διατηρώντας εδώ έναν πυρήνα συμφοιτητών τους για να υποστηρίξει αυτό το πράγμα γιατί κάποιος πρέπει να το πουλήσει.

Κύριε Καραβασίλη σας ευχαριστώ θερμά

Σας ευχαριστώ κι εγώ για την φιλοξενία.