Δημήτριος Δέμος, πρώην πρόεδρος της ΠΕΦ και αντιπρόεδρος της φαρμακοβιομηχανίας DEMO

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ TIMETV

Το 40% των χρημάτων που ξοδεύει το ελληνικό Δημόσιο αφορά ακριβά εισαγόμενα φάρμακα. Το ποσοστό αυτό δεν ισχύει σε καμία ευρωπαϊκή χώρα, ακόμη και στις ισχυρότερες εξ αυτών. Πολύ περισσότερο δεν πρέπει να ισχύει για τη χώρα μας με τα τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα. Οι διαπιστώσεις αυτές ανήκουν στον κ. Δημήτριο Δέμο, πρώην πρόεδρο της ΠΕΦ και αντιπρόεδρο της φαρμακοβιομηχανίας DEMO, ο οποίος μιλώντας στο timetv αποκαλύπτει ότι (αναλογικά) τα φάρμακα που παραγγέλνει το ελληνικό κράτος από τον Σεπτέμβριο και μετά δεν πληρώνονται και ότι στην πραγματικότητα τα χρήματα είναι χορηγία των φαρμακοβιομηχανιών προς το ελληνικό Δημόσιο! Και αυτό διότι ενώ το κράτος παραγγέλνει 2,6 δισ. ευρώ φάρμακα, στην πράξη πληρώνει μόνο 2 δισ. ευρώ. Ας τον ακούσουμε:

 

Κύριε Δέμο, η κυβέρνηση παραγγέλνει στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις φάρμακα αξίας 2,6 δισ. ευρώ για να πληρώσει 2 δισ. ευρώ, ζητώντας από τις ίδιες να επιστρέψουν 600 εκατ. ευρώ στο κράτος. Ποιες επιπτώσεις έχει στη δημόσια υγεία και στις επιχειρήσεις αυτή η πρακτική;

Να σας το πω απλά: από τα νούμερα που αναφέρετε και τα οποία είναι σωστά, προκύπτει πολύ απλά ότι από τον Σεπτέμβριο και μετά οτιδήποτε φάρμακα παραδίδουμε στον ΕΟΠΠΥ και στα δημόσια νοσοκομεία είναι ουσιαστικά χαρισμένα! Μιλάμε δηλαδή για μια χορηγία της φαρμακοβιομηχανίας – εγχώριας και μη – προς το κράτος. Βέβαια στην πραγματικότητα ξεκινάει από πιο νωρίς. Εμείς από τις αρχές του έτους είχαμε πει ότι ο στόχος των 2 δισ. ευρώ είναι ανέφικτος. Μάλιστα σε συνέντευξη Τύπου που κάναμε όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς είχαμε αναφέρει ότι ο στόχος των 2 δισ. ευρώ δεν μπορεί να επιτευχθεί. Δυστυχώς κάποιοι άνθρωποι χωρίς να βλέπουν τις νέες τεχνολογίες, χωρίς να βλέπουν τα νέα φάρμακα, τη γήρανση του πληθυσμού, τραβάνε κάποιες γραμμές και λένε: «θα πρέπει να μπορείτε να είστε καλυμμένοι με αυτά τα 2 δισ. ευρώ». Η πραγματικότητα είναι ότι ποτέ δεν μπορούσε να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος στόχος, βέβαια δεν πιστεύαμε ότι θα φτάναμε σε τόσο μεγάλη υπέρβαση.

 

Στην ουσία είναι μια υπέρβαση πάνω από 30% από τον αρχικό στόχο.

Το 30% δεν το ξέρουμε ακόμη, αφού δεν έχει κλείσει η χρονιά, αλλά ουσιαστικά αν το αναγάγουμε σε 6μηνιαία βάση μιλάμε για ένα αρκετά υψηλό ποσοστό. Από εκεί και πέρα η πραγματικότητα είναι ότι πήγαμε να πάρουμε μέτρα στην αρχή της χρονιάς, τα οποία δεν θα ήθελα να κρίνω ως προς την ορθότητά τους ή μη, αλλά η αλήθεια είναι ότι σταμάτησαν λόγω του Συμβουλίου Επικρατείας. Μέτρα όπως είναι και το πλαφόν της συνταγογράφησης, για το οποίο έγινε αρκετή συζήτηση, και διάφορα άλλα στην εφοδιαστική αλυσίδα μέτρα, τα οποία στην ουσία δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, με αποτέλεσμα στο τέλος της περιόδου αυτής να έχουμε πολύ μεγάλες υπέρβασεις. Αποτέλεσμα όλων αυτών δεν είναι τόσο η υπέρβαση όσο και μια συζήτηση που πρέπει να γίνει αν τα 2 δισ. είναι ένας εφικτός στόχος ή όχι, γεγονός το οποίο εμείς ως φαρμακοβιομηχανία το είχαμε τονίσει από τις αρχές του έτους.

 

Ελάχιστη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη θεωρείτε τα 2,3 δισ. ευρώ;

Και πάλι τα 2,3 είναι ζήτημα αν επαρκούν – εσείς ο ίδιος μιλήσατε για φάρμακα αξίας 2,6 δισ. ευρώ που παραγγέλνει το κράτος –, σίγουρα όμως ο στόχος των 2,3 δισ. ευρώ μπορεί να επιτευχθεί μέσω διαρθρωτικών αλλαγών, που ακόμη δεν έχουν γίνει και που οπωσδήποτε πρέπει να υλοποιηθούν.

 

Αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση παραγγέλνει φάρμακα 2,6 δισ. ευρώ. Αυτό κατ’ αρχήν δείχνει τα πραγματικά επίπεδα της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης. Το θέμα λοιπόν είναι…

Συγγνώμη που διακόπτω, η διατύπωση «επειδή τα παραγγέλνει, αυτό θα έπρεπε να είναι και το ύψος των δημοσίων δαπανών» είναι κατά τη γνώμη μου λανθασμένη. Δείτε τι κάνουν στο εξωτερικό: κάνουν έναν προϋπολογισμό, βάζουν ένα budget το οποίο θεωρούν εύλογο ώστε να μπορέσουν να καλύψουν τις φαρμακευτικές ανάγκες του πληθυσμού τους και στη συνέχεια παίρνουν διάφορα μέτρα τα οποία θεωρούν δίκαια ώστε να έχουν μια σωστή φαρμακευτική δαπάνη και περίθαλψη του πληθυσμού. Ουσιαστικά είναι μέτρα τα οποία έχουν πάρει. Έτσι λοιπόν δεν θα έλεγα ότι επειδή παρήγγειλαν 2,6 θα έπρεπε η δαπάνη να είναι 2,6. Θα μπορούσαν να είχαν παραγγείλει 3,6 δισ. ευρώ…

 

Τα 2,6 δισ. ευρώ είναι ωστόσο ένα ενδεικτικό ποσό του επιπέδου των αναγκών της δημόσιας υγείας.

Σίγουρα δεν είναι 2 δισ. ευρώ. Ας ξεκινήσουμε με αυτή τη λογική.

 

Κύριε Δέμο, είστε εκπρόσωπος μιας υγιούς παραγωγικής επιχείρησης. Δώστε μας σας παρακαλώ μια εικόνα για το τι πληρώνει το ελληνικό Δημόσιο για τα λεγόμενα πρωτότυπα, που κατά τεκμήριο είναι ακριβά φάρμακα, και τι για τα ελληνικά φάρμακα ή τα γενόσημα. Με τι ταχύτητα κινείται η δαπάνη στα πρώτα και με τι στα δεύτερα;

Κοιτάξτε, είναι γεγονός ότι η έρευνα προχωρεί. Συνεχώς βρίσκονται καινούργιες θεραπείες οι οποίες μπορούν να προφέρουν ένα πολύ πιο θεαματικό αποτέλεσμα από ό,τι οι υπάρχουσες θεραπείες. Και αυτό είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε ούτε θα πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας στο γεγονός ότι ο κόσμος πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλα τα φάρμακα, και στα καινοτόμα. Αυτή είναι η μία πλευρά του θέματος. Η άλλη πλευρά είναι ότι η πρόσβαση στα νέα καινοτόμα φάρμακα πρέπει να είναι ελεγχόμενη ώστε αυτά να δίνονται σε εκείνους που τα έχουν πραγματικά ανάγκη. Το πρόβλημα δεν είναι αν πρέπει να έχουμε καινοτόμα φάρμακα στην Ελλάδα ή όχι, όπως θεωρούσαμε πριν από κάποιο διάστημα που είχαν δύο χρόνια να εκδώσουν δελτίο τιμών για τα νέα φάρμακα. Αυτό δεν ήταν σωστό για τον ελληνικό πληθυσμό. Από εκεί και πέρα όμως, όταν ένα φάρμακο παίρνει τιμή, δεν πρέπει γίνεται ανεξέλεγκτη η χρήση του.

 

Μπορείτε να κάνετε μια σύγκριση μεταξύ της χώρας μας και του μέσου ευρωπαϊκού όρου, σε σχέση πάντα με τη χρήση ακριβών φαρμάκων;

Κοιτάξτε, εμείς ως Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας έχουμε κάνει κάποιες μελέτες. Είδαμε λοιπόν ότι ανά 100 κατοίκους – σε προηγμένες φαρμακευτικές χώρες όπως είναι η Αγγλία, η Γερμανία και η Γαλλία – η Ελλάδα έχει τετραπλάσια κατανάλωση σε πολλά φάρμακα από ό,τι οι άλλες χώρες.

 

Κύριε Δέμο, αυτό είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Αν μια χώρα προηγμένη, όπως η Γερμανία, έχει ορθολογικότερο σύστημα για να μην ξεφεύγει η δαπάνη στα ακριβά φάρμακα, αυτό είναι πολύ πιο κρίσιμο να το εφαρμόζει μια χώρα όπως η Ελλάδα με σοβαρά δημοσιονομικά θέματα.

Μα νομίζω ότι ως ΠΕΦ πάντοτε αυτό λέγαμε. Δηλαδή η λύση στο πρόβλημα της φαρμακευτικής δαπάνης δεν είναι τόσο οι τιμές – αυτό ως εργαλείο το έχουμε εξαντλήσει εδώ και αρκετό καιρό – όσο ο έλεγχος της κατανάλωσης των φαρμάκων. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: σήμερα συζητάμε ότι θα φτάσουμε τα 2,6 δισ., όταν τα φάρμακα υψηλού κόστους καταλαμβάνουν το 40% της δαπάνης αυτής. Είναι δηλαδή ένα νούμερο τεράστιο ως ποσοστό της συνολικής «πίτας». Αυτό δεν υπάρχει πουθενά σε ολόκληρη την Ευρώπη.

 

Είναι δηλαδή τα φάρμακα τα οποία εισάγονται στην Ελλάδα;

Ακριβώς, και αυτά είναι υψηλού κόστους.

 

Κύριε Δέμο, η χώρα καλώς ή κακώς έχει εισέλθει ξανά σε μια περίοδο έντονης εκλογολογίας. Αυτό πρακτικά δεν προσφέρει τη δυνατότητα να ληφθούν και κυρίως να εφαρμοστούν ριζικές αποφάσεις και μεταρρυθμίσεις. Πόσο μπορεί να αντέξει η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία και ο κλάδος σε μια παρατεταμένη περίοδο κατά την οποία δεν θα λαμβάνονται αποφάσεις;

Θεωρώ ότι αυτό που επισημαίνετε δεν έχει να κάνει με την περίοδο αυτή. Πιστεύω ότι είναι ένα γενικότερο φαινόμενο το οποίο παρατηρούμε στην Ελλάδα, να αλλάζουν οι υπουργοί σε διάστημα ενός – ενάμισι έτους. Σε ένα αντικείμενο όπως είναι το φάρμακο – γενικότερα η υγεία, που είναι από τα βασικά αγαθά – θα έπρεπε ο εκάστοτε υπουργός ή η ηγεσία του υπουργείου και των εποπτευόμενων οργανισμών να έχουν μια πολυετή θητεία. Δεν είναι δυνατόν σε ένα τέτοιο ιδιαίτερα απαιατητικό «αντικείμενο» να αλλάζουν τα πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν μέρος στην πολιτική κάθε ένα – ενάμιση χρόνο.

Δεν είναι μόνον η εκλογολογία ή οι τρεις τελευταίοι μήνες. Εμείς το επισημαίνουμε τουλάχιστον πέντε χρόνια. Αυτό που λέμε είναι ότι συνεχίζοντας να χρησιμοποιείται το μέτρο της τιμολογιακής πολιτικής ως μοναδικό μέσο πολιτικής, ουσιαστικά έχει εκμηδενίσει τις επενδύσεις του φαρμάκου στην Ελλάδα. Και δυστυχώς, ενώ βλέπουμε μελέτες που δείχνουν ότι η φαρμακοβιομηχανία ελέγχει το 10% της μεταποίησης, ότι ο τομέας απασχολεί πάνω από 50.000 άτομα και είναι ένας από τους πυλώνες για την περαιτέρω ανάπτυξη της χώρας και την έξοδο από την κρίση, οι επενδύσεις έχουν σχεδόν μηδενιστεί. Και αυτό τα λέει όλα. Ξέρετε ότι μια επένδυση στο φάρμακο είναι πολυετής, δηλαδή αν ξεκινήσουμε σήμερα να επενδύουμε σε κάτι, τα αποτελέσματα θα τα δούμε μετά από πέντε χρόνια. Όταν λοιπόν έχουμε περάσει μια παρατεταμένη ύφεση, και όχι μόνο στις τιμές, χωρίς να ξέρουμε πού πάει το πλαίσιο της πολιτικής, όπως καταλαβαίνετε, κανένας επενδυτής δεν πρόκειται να επενδύσει.

 

Στην πραγματικότητα όμως, κύριε Δέμο, πολύ πρόσφατα στον χώρο της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας υλοποιήθηκαν νέες επενδύσεις. Αναφέρομαι στο νέο εργοστάσιο της Uni-Pharma αλλά και σε άλλες σημαντικές επενδύσεις που έγιναν πράξη. Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία την περίοδο της κρίσης έδειξε ότι εξακολουθεί να επενδύει.

Έτσι είναι. Ο κλάδος της φαρμακοβιομηχανίας έχει πολύ σημαντική εξωστρέφεια, και πραγματικά υπάρχουν άνθρωποι που επενδύουν στη χώρα και προσπαθούν. Το παράδειγμα της κυρίας Ιουλίας Τσέτη της Uni-Pharmaείναι ένα φωτεινό παράδειγμα. Τα τελευταία χρόνια δεν νομίζω να έχετε ακούσει εγκαίνια άλλου εργοστασίου σε άλλο κλάδο. Από εκεί και πέρα όμως, ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.

 

Ποιο είναι το κύρος του ελληνικού φαρμάκου στο εξωτερικό; Εσείς ως επιχείρηση έχετε ανοίξει δεκάδες ξένες αγορές. Και δεν είστε η μοναδική ελληνική εταιρεία. Πώς λοιπόν σας αντιμετωπίζουν οι συνεργάτες σας στο εξωτερικό;

Είμαστε παγκοσμίως γνωστοί. Το ελληνικό φάρμακο όσο το αντιμετωπίζουν ως «πέτρα του σκανδάλου» και ως «ρίζα του κακού» για όλα τα δεινά που συνέβησαν στην ελληνική κοινωνία… Ευτυχώς για εμάς, βρισκόμαστε στο εξωτερικό σε μια περίοπτη θέση, όλες οι υπόλοιπες χώρες μας βλέπουν ως λύση στο πρόβλημα της φαρμακευτικής δαπάνης που αντιμετωπίζουν. Φανταστείτε αυτή τη στιγμή κάνουμε εξαγωγές σε πάνω από 90 χώρες. Το ελληνικό φάρμακο διαθέτει πολύ μεγάλη ανταγωνιστικότητα στο εξωτερικό, δυστυχώς όμως στην ίδια του τη χώρα αντιμετωπίζεται ως η αιτία του κακού.

 

Η αλήθεια είναι ότι αντιμετωπίζει πρόσθετα εμπόδια σε σχέση με το εισαγόμενο. Αναφέρομαι στο θέμα της έγκρισης των ελληνικών φαρμάκων…

Είναι γεγονός. Αν δείτε όλα τα σημεία ανάπτυξης του προϊόντος – από την έγκρισή του ως την εξαγωγή του – παντού υπάρχουν προβλήματα. Ουσιαστικά σε οδηγούν να κάνεις την παραγωγή στο εξωτερικό.

 

Μέσα σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, πώς εμφανίζεται η πορεία της επιχείρησης DEMO κατά το τρέχον έτος; Τι προβλέπεται στους σχεδιασμούς σας;

Κοιτάξτε, πάντα στους σχεδιασμούς μας η εξωστρέφεια ήταν ακρογωνιαίος λίθος και γι’ αυτό είναι κάτι που μας χαρακτηρίζει. Φανταστείτε ότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια το 80% της παραγωγής μας εξάγεται στο εξωτερικό, και μάλιστα σε χώρες όπως η Κίνα, όπου εξάγουμε από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία.

 

Στην Ευρώπη;

Εξάγουμε σχεδόν σε όλες οι ευρωπαϊκές χώρες.

 

Ρωτώ για τις ευρωπαϊκές διότι αυτές πληρούν υψηλών προδιαγραφών ποιοτικά κριτήρια.

Ακριβώς. Στις αγορές αυτές διεισδύουμε ακόμη πιο δυναμικά. Από την 1η Ιανουαρίου 2015 ξεκινάει το δικό μας υποκατάστημα στη Γερμανία, μέσω του οποίου ευελπιστούμε να κατακτήσουμε σημαντικά μερίδια αγοράς. Στην Αγγλία έχουμε μερίδιο αγοράς της τάξεως του 35% στα προϊόντα τα οποία πουλάμε, στη Γαλλία 20%, στην Ισπανία έχουμε μπει και εκεί δυναμικά και προχωρούμε με δικά μας γραφεία. Αυτός είναι και ο γενικότερος σχεδιασμός, όπως επίσης και νέες δραστηριότητες παρεμφερείς με το φάρμακο, οι οποίες θα έρθουν και θα ενδυναμώσουν και την γκάμα μας σε καλύτερο επίπεδο.

 

Κύριε Δέμο, είναι ιδιαίτερα θετικό το γεγονός ότι βρίσκετε αναπτυξιακές διεξόδους μέσα σε αυτό το εφιαλτικό τοπίο.

Νομίζω ότι ο κλάδος του φαρμάκου και αυτό που λέμε οι ισχυροί παίκτες του κλάδου, είχαν εξαρχής εξωστρέφεια και αυτό νομίζω δεν μπορεί να εμποδίσει την πορεία τους. Πιστεύω ότι θα συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο, όχι μόνο η DEMO αλλά και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις, και ελπίζω να βρούμε τη στήριξη έτσι ώστε οι άνθρωποι που επένδυσαν στη χώρα αυτή να μην απογοητευτούν και στο τέλος «ρίξουν μαύρη πέτρα» πίσω τους.

 

Σας ευχαριστώ θερμά.

Να είστε καλά. Σας ευχαριστώ και εγώ.