Ο κ. Κωνσταντίνος Κούτσας, πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Φυσικού Μεταλλικού Νερού (ΣΕΦΥΜΕΝ)

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ TIMETV

Ένα εθνικό κεφάλαιο που δείχνει αξιοσημείωτη αντοχή την περίοδο της κρίσης είναι το φυσικό μεταλλικό νερό – οι μοναδικές πηγές της χώρας, γύρω από τις οποίες έχει δημιουργηθεί μiα «βιομηχανία» με περίπου 45 εταιρείες και πάνω από 10.000 έμμεσα και άμεσα εργαζομένους. Το σήμερα αλλά και το αύριο του εθνικού αυτού κεφαλαίου αποκαλύπτονται στη συνομιλία μας με τον κ. Κωνσταντίνο Κούτσα, πρόεδρο του Συνδέσμου Εταιρειών Φυσικού Μεταλλικού Νερού (ΣΕΦΥΜΕΝ). Ας τον ακούσουμε:

 

Κύριε Κούτσα, για τον απλό καταναλωτή το εμφιαλωμένο μεταλλικό νερό αποτελεί μια πολυτέλεια ή μια ανάγκη;

Κοιτάξτε, το νερό από τη φύση του είναι το δεύτερο πιο απαραίτητο συστατικό στοιχείο ζωής μετά το οξυγόνο. Άρα χρειάζεται να καταναλώνουμε αρκετό νερό, σε οποιαδήποτε μορφή του. Τώρα όσον αφορά το εμφιαλωμένο ή καλύτερα το φυσικό μεταλλικό νερό, θα έλεγα ότι είναι περισσότερο ανάγκη. Και αυτό το εστιάζω σε δύο παράγοντες. Ο πρώτος παράγοντας είναι ότι το φυσικό μεταλλικό νερό έχει ευεργετικές ιδιότητες για τον άνθρωπο, γεγονός που έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Για την υγεία μας λοιπόν πρέπει να κάνουμε το καλύτερο: μην ξεχνάμε ότι «είμαστε ό,τι τρώμε αλλά και ό,τι πίνουμε». Ο δεύτερος παράγοντας, αν μιλήσουμε με οικονομικούς όρους, είναι η τιμή του – σκεφθείτε ότι 1,5 λίτρο νερού, που είναι η ενδεδειγμένη ημερήσια ποσότητα για έναν ενήλικο, γύρω στα 6-8 ποτήρια, κοστίζει γύρω στα 0,30 λεπτά. Θεωρώ ότι είναι ένα ποσό όχι τόσο σημαντικό, που αξίζει να ξοδεύουμε για την υγεία μας.

 

Γιατί θεωρείτε όμως αναγκαίο ο καταναλωτής να πίνει εμφιαλωμένο και όχι απλό νερό;

Κοιτάξτε, το κάθε φυσικό μεταλλικό νερό πηγάζει από κάποια συγκεκριμένη πηγή. Έχει ουσιαστικά φιλτραριστεί μέσα από τη διέλευση του νερού από πετρώματα. Στη συνέχεια οι διάφορες εταιρείες παίρνουν αυτό το δώρο της φύσης και το εμφιαλώνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, έτσι ώστε να το δώσουν στον καταναλωτή σαν να ήταν δίπλα στην πηγή. Η σύστασή του και η περιεκτικότητά του σε κάποια μεταλλικά ιχνοστοιχεία, είτε ασβέστιο, είτε μαγνήσιο, είτε κάποια άλλα στοιχεία ανάλογα με το φυσικό-μεταλλικό νερό για το οποίο μιλάμε, είναι εκείνα που προσδίδουν τις ευεργετικές ιδιότητες για τον άνθρωπο και την υγεία του.

 

Τι αντιπροσωπεύει η «βιομηχανία» φυσικού μεταλλικού νερού σε τζίρους, αριθμό εργαζομένων και επιχειρήσεων;

Ο κλάδος εμφιαλωμένου νερού – και των φυσικών μεταλλικών και των επιτραπέζιων νερών – αποτελείται από περίπου 45 εταιρείες, οι οποίες διαθέτουν αντίστοιχα εμφιαλωτήρια. Ορισμένες από αυτές – οκτώ τον αριθμό – έχουν πανελλαδική κάλυψη ενώ οι υπόλοιπες έχουν συγκεκριμένη γεωγραφική κάλυψη.

Εμείς ως σύνδεσμος φυσικών-μεταλλικών νερών αντιπροσωπεύουμε περίπου το 80% του συνολικού εμφιαλωμένου νερού και το 90%-95% των φυσικών-μεταλλικών νερών. Οι εταιρείες-μέλη του συνδέσμου μας απασχολούν περίπου 3.000 άτομα. Επειδή όμως το νερό είναι ένα προϊόν το οποίο έχει όγκο και μιλάμε για πολύ μεγάλες καταναλώσεις, έχουμε έναν μεγάλο αριθμό προμηθευτών, διακινητών, μεταφορικών εταιρειών. Έτσι γύρω από τον κλάδο δραστηριοποιούνται πάνω από 10.000 άτομα. Λάβετε υπόψη σας ότι δεν υπολογίζω το χονδρεμπόριο των νερών, που συνήθως είναι τα πρόσωπα που διακινούν μπίρες, ποτά, αναψυκτικά. Μιλάω μόνο για τα φορτηγά που μεταφέρουν νερό.

Υπολογίζεται ότι ο τζίρος του κλάδου των εμφιαλωμένων νερών είναι γύρω στα 250-280 εκατ. ετησίως. Είμαστε μια αγορά η οποία φθάνει το 1,2 δισ. λίτρα. Για να έχετε μια τάξη μεγέθους, η κατά κεφαλήν κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού στην Ελλάδα είναι γύρω στα 90-95 λίτρα ετησίως, όταν ο μέσος δυτικοευρωπαϊκός όρος είναι γύρω στα 140-150 λίτρα.

 

Πρακτικά, αυτό δείχνει και τις προοπτικές ανάπτυξης του κλάδου…

Ακριβώς. Η αλήθεια είναι ότι πριν 10-15 χρόνια η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην Ελλάδα ήταν γύρω στα 50 λίτρα, οπότε τα τελευταία 10-12 χρόνια είχαμε διπλασιασμό τής κατά κεφαλήν κατανάλωσης. Γι’ αυτό και πολλές εταιρείες αναπτύχθηκαν την τελευταία 15ετία στο χώρο μας.

 

Τι απώλειες εμφάνισε ο κλάδος την περίοδο της πενταετίας της κρίσης;

Τα δύο, τρία πρώτα χρόνια της κρίσης – αν ορίσουμε την αρχή της τον Σεπτέμβριο του 2008 –, μέχρι περίπου δηλαδή και το 2011, η κατανάλωση στις μεγάλες αίθουσες και στο χώρο της ζεστής αγοράς, αλλά και στα μικρά σουπερμάρκετ συνέχισε να είναι αυξητική. Αυτό που είδαμε τα τρία πρώτα χρόνια της κρίσης είναι η κατανάλωση να πέφτει ραγδαία στο κομμάτι τής εκτός σπιτιού κατανάλωσης. Είναι αυτό που ονομάζουμε κρύα αγορά. Για να έχετε μια ένδειξη, μία τάξη μεγέθους, αυτή τη στιγμή η ζεστή αγορά, όπως αποκαλούμε την αγορά των σουπερμάρκετ, μίνι-μάρκετ, μικρών μπακάλικων, είναι γύρω στο 65%-70% της συνολικής κατανάλωσης και γύρω στο 30%-35% είναι η κατανάλωση στις καντίνες, στα περίπτερα, στα εστιατόρια και στα καφέ.

 

Στη συνέχεια πώς κινήθηκε ο κλάδος;

Το 2012 και το 2013 είχαμε μια μικρή οπισθοχώρηση και της κατανάλωσης στο κομμάτι της ζεστής αγοράς ενώ συνεχίστηκε η πτώση και στην κρύα αγορά και το 2012 και το 2013. Σήμερα ωστόσο βλέπουμε κάποιες θετικές ενδείξεις. Σύμφωνα με στοιχεία που παρακολουθούμε, στο χώρο των σουπερμάρκετ το πρώτο τρίμηνο του 2014 οι εξελίξεις κινούνται πλέον με θετικό πρόσημο. Γίνεται πάντα λόγος γι’ αυτό που μπορούμε να μετράμε και που είναι η ζεστή αγορά. Αντιστοίχως στην κρύα αγορά, επειδή συναρτάται από δύο παράγοντες, την ψυχολογία του κοινού και την τουριστική κίνηση, είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι για αυτή τη χρονιά, με δεδομένο ότι έχουμε και τον τουρισμό ο οποίος θα συμβάλει και θα είναι καλός, από ό,τι όλα τα δεδομένα δείχνουν ως τώρα.

 

Το 2014 οι περισσότεροι κάνουν λόγο για πάνω από 19 εκατ. ξένους επισκέπτες, οι οποίοι για λόγους ασφαλείας προτιμούν το εμφιαλωμένο νερό. Λογικά αυτό θα λειτουργήσει υπέρ του κλάδου.

Αναμφισβήτητα. Και το ενδιαφέρον είναι ότι οι ξένοι επισκέπτες καταναλώνουν προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα. Απόδειξη; Τα εισαγόμενα εμφιαλωμένα νερά στην Ελλάδα δεν αποτελούν πάνω από το 1% της αγοράς. Μιλάμε για έναν κλάδο ο οποίος κατά 99% της συνολικής κατανάλωσης είναι γηγενής. Η παραγωγή είναι εδώ, οι εταιρείες και τα δίκτυα διανομής είναι εδώ.

 

Αλήθεια, γεωγραφικά, ποιες περιοχές είναι αυτές οι οποίες ζουν από το νερό και από τις πηγές τους;

Σίγουρα είναι οι περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, που φιλοξενεί τις τρεις από τις μεγαλύτερες εταιρείες στον κλάδο.

 

Μιλάτε για τα Γιάννενα και την Αιτωλοακαρνανία;

Ακριβώς. Υπάρχει επίσης μια αξιόλογη δραστηριότητα στο νομό Αχαΐας καθώς επίσης και στη Μακεδονία, όπου δραστηριοποιούνται μία μεγάλη και τρεις τοπικές εταιρείες. Τέλος στην Κρήτη δραστηριοποιούνται κάποιες τοπικές εταιρείες με εμφιαλωμένα νερά.

 

Βλέπετε στο μέλλον να υπάρξουν περισσότεροι παίκτες στην αγορά του εμφιαλωμένου νερού; Υπάρχουν πηγές ανεκμετάλλευτες;

Κοιτάξτε, η Ελλάδα έχει καλά νερά. Από μια άποψη, η μη βιομηχανοποίηση της χώρας έχει βοηθήσει στο να έχουμε πολύ καλά νερά. Ο κλάδος είναι έντονα ανταγωνιστικός. Αριθμός 45 παικτών δύσκολα βρίσκεται σε κάποιον κλάδο. Πρόσθετη απόδειξη είναι το γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία παρατηρεί κανείς μια πτώση της μέσης τιμής, του 1,5 λίτρου, που υπερβαίνει το 15%-20%.

 

Αυτή προέκυψε από τον μεταξύ των εταιρειών ανταγωνισμό;

Αναμφισβήτητα. Ο έντονος ανταγωνισμός οδηγεί σε πτώση τιμών. Ταυτοχρόνως όμως, οι εταιρείες του κλάδου έχουν εκσυγχρονιστεί, εκμοντερνιστεί, με πιο γρήγορα μηχανήματα, μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Όλα αυτά βοηθούν στη συγκράτηση και στη μείωση του κόστους. Βέβαια έχουμε να κάνουμε και με ένα υλικό – όσον αφορά τα υλικά συσκευασίας – που είναι χρηματιστηριακό προϊόν. Έτσι έχουμε διακυμάνσεις, αλλά παρ’ όλα αυτά – παρά τις κατά καιρούς ανόδους ή και τις σχετικές μικρές πτώσεις στην τιμή των πρώτων υλών –, θα έλεγα ότι την τελευταία δεκαετία μάλλον είχαμε άνοδο, σίγουρα της τιμής, της πρώτης ύλης του πλαστικού. Και αυτό που έχουμε δει βέβαια παρατηρώντας τις εξελίξεις του κλάδου από το 1993 – τότε ουσιαστικά ξεκίνησε και ο Σύνδεσμος Φυσικών-Μεταλλικών Νερών – είναι ότι έχουμε νέους παίκτες αλλά και παίκτες που έχουν βγει από την αγορά. Ίσως είχαμε λίγο περισσότερους μέχρι κάποια περίοδο, γύρω στα 60 εμφιαλωτήρια, αλλά ήταν βέβαια και μικρότερο μέγεθος.

 

Πάντως η πιθανή αποκατάσταση της αγοράς οδηγεί μάλλον σε μια μεγέθυνση του κλάδου σας, συνυπολογίζοντας και τη μικρή κατά κεφαλήν κατανάλωση στη χώρα και την αύξηση του τουρισμού.

Ναι. Οι προβλέψεις μας είναι ότι θα υπάρξει ανάπτυξη του κλάδου. Βέβαια, όπως καταλαβαίνετε, αυτό είναι και συνάρτηση των συνολικότερων οικονομικών εξελίξεων. Δεν νομίζω ότι είναι άσχετο το γεγονός ότι η εφετινή χρονιά – τουλάχιστον στο κομμάτι της ζεστής αγοράς για την οποία έχουμε στοιχεία – ξεκίνησε σχετικά θετικά. Πιστεύω ότι την πτώση που θα μπορούσαμε να έχουμε υποστεί την έχουμε υποστεί. Λάβετε δε υπόψη ότι δεν είμαστε και από τους κλάδους οι οποίοι χτυπήθηκαν τόσο έντονα. Δηλαδή, ακόμη και όταν είχαμε πτώση, δεν είχαμε διψήφια ποσοστά μείωσης.

 

Βλέπετε να αποτελεί διέξοδο για τον κλάδο η τόνωση της εξωστρέφειας;

Η τόνωση της εξωστρέφειας μπορεί να αποτελέσει ένα στοιχείο επιτυχίας του κλάδου. Δεν είναι όμως το πιο αποφασιστικό στοιχείο, διότι το νερό είναι ένα ογκώδες και βαρύ προϊόν.

 

Που επιβαρύνεται με μεταφορικά…

Ακριβώς, ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία του κόστους είναι τα μεταφορικά. Από την άποψη αυτή, είναι λίγο δύσκολο να μπορέσουμε να φτάσουμε σε εξωτερικές αγορές σε μια προσιτή, ας το πούμε, τιμή. Βέβαια οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι από αυτό το 1,2 δισ. λίτρα, που υπολογίζουμε ότι είναι το σύνολο της αγοράς, γύρω στο 5%-6% αποτελούν οι εξαγωγές. Αυτές κατευθύνονται σε αρκετές χώρες, κυρίως στις ευρωπαϊκές και σε αυτές όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο, όπως η Γερμανία.

 

Ξεκινήσαμε με τον καταναλωτή και θέλω να κλείσουμε με ένα τελευταίο ερώτημα, που αφορά πάλι τον ίδιο. Νιώθετε ότι υπάρχουν στοιχεία που θα πρέπει να έχει υπόψη του κανείς ώστε να αποφύγει πιθανά προβλήματα στην κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού;

Το νερό είναι ένα στοιχείο το οποίο το βλέπουμε. Πρέπει να είναι διάφανο, να μην έχει γεύση, αν και το νερό έχει γεύση, αλλά έχει ουδέτερη γεύση θα έλεγα. Και, φυσικά, αυτό που τουλάχιστον μπορώ να πω είναι ότι οι επενδύσεις οι οποίες έχουν γίνει από τις εταιρείες, που αποτελούν και που είναι μέλη του συνδέσμου μας, είναι πάρα πολύ μεγάλες τα τελευταία χρόνια. Και είναι περισσότερο επενδύσεις που έχουν να κάνουν με την ποιότητα και με το να μπορέσουν να φέρουν στον καταναλωτή, στο τραπέζι του, στο σπίτι του, στην ταβέρνα, το προϊόν σε τέτοια μορφή σαν να ήταν ακριβώς στο σημείο της εμφιάλωσης.

 

Σας ευχαριστώ θερμά.

Εγώ σας ευχαριστώ.