Νίκος Καλογιάννης, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Αποσταγμάτων και Οινοπνευματωδών Ποτών

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ TIMETV

Κύριε Καλογιάννη, η κρίση οδήγησε σε σοβαρή μείωση της κατανάλωσης των οινοπνευματωδών ποτών. Τι συνέβη με την κατανάλωση ελληνικών αποσταγμάτων;

Όπως ήταν φυσικό, η κρίση επέδρασε και στην κατανάλωση των ποτών. Από τη μια πλευρά η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των οικογενειών και από την άλλη η μείωση των εξόδων και της διασκέδασης είχαν ως συνέπεια τη μείωση της κατανάλωσης. Ειδικά όμως τα οινοπνευματώδη ποτά είχαν και άλλη μια κακή συγκυρία: τα χρόνια της κρίσης αυξήθηκε ο φόρος κατανάλωσης κατά 125% και ο ΦΠΑ, όπως ξέρετε. Αυτό επηρέασε πάρα πολύ την τιμή των προϊόντων των οινοπνευματωδών. Σήμερα, όταν αγοράζετε ένα ποτό, το μεγαλύτερο κομμάτι της τιμής είναι φορολογία και το μικρότερο είναι η αξία του ποτού.

 

Η φορολογία επηρέασε καταλυτικά την τιμή…

Βεβαίως. Στην Ελλάδα έχουμε μία από τις ακριβότερες φορολογίες οινοπνευματωδών ποτών μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών: ανάμεσα σε 27 χώρες – αν θυμάμαι καλά – μόνο η Φινλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ακριβότερη φορολογία από εμάς. Και βεβαίως μιλάμε για χώρες που έχουν σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού.

 

Η αύξηση της φορολογίας στα οινοπνευματώδη ποτά και στα ελληνικά αποστάγματα έφερε περισσότερα έσοδα στα δημόσια ταμεία;

Σαφώς όχι, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο διότι όταν πέφτει η κατανάλωση θα πέσουν και τα έσοδα. Εδώ όμως έπεσαν δυσανάλογα διότι ήταν τόσο μεγάλη η αύξηση ώστε επέδρασε ακόμη και στον τουρισμό. Καταλαβαίνετε ότι οι τουρίστες καταναλώνουν και αυτοί. Έρχονται, διασκεδάζουν, πίνουν κάτι. Είναι καταναλωτές και είναι και διαφημιστές μας, γιατί εμείς δεν έχουμε τη δυνατότητα να διαφημίζουμε στο εξωτερικό. Δεν έχουμε τα κονδύλια.

 

Οι υψηλοί φόροι ήταν ισχυρό αντικίνητρο…

Σήμερα από τις αντίστοιχες μεσογειακές χώρες που μας συναγωνίζονται – μεταξύ αυτών η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία – έχουμε 2,5 φορές μεγαλύτερη φορολογία. Και αυτό ισχύει για τις χώρες που έχουν υψηλότερο οικονομικό επίπεδο σε σχέση με το δικό μας. Διότι αν συγκριθούμε με αντίστοιχες χώρες με εμάς, όπως είναι ίσως η Κύπρος, η Κροατία και η Μάλτα, εμείς οι Έλληνες και οι τουρίστες μας πληρώνουν πέντε φορές μεγαλύτερη φορολογία στα ποτά. Πληρώνουμε διπλάσια από τον Γερμανό καταναλωτή, άρα και μεγαλύτερο ΦΠΑ, άρα είναι και αυτός ένας πολύ σημαντικός παράγων για τη μείωση των ποτών γενικώς αλλά και για το ελληνικό απόσταγμα, το ελληνικό προϊόν.

 

Μπορείτε να μας δώσετε μια εικόνα για τις συνέπειες της κρίσης στα ελληνικά αποστάγματα;

Στο ούζο θα έλεγα ότι τα χρόνια της κρίσης η κατανάλωση έπεσε 35% ως 40%. Σε άλλα προϊόντα ακόμη περισσότερο. Το μόνο προϊόν απόσταγμα που δεν υπέστη μείωση, ίσα ίσα εμφανίζει ελαφρά άνοδο, είναι το τσίπουρο. Βεβαίως είναι ένα προϊόν σχετικά καινούργιο ως εμφιαλωμένο. Έτσι είχε τη δυνατότητα όχι μόνο να αντέξει αλλά και να αυξηθεί λίγο.

 

Σε απόλυτα νούμερα, οι Έλληνες πόσο τσίπουρο και ούζο καταναλώνουν;

Η παραγωγή είναι μεταξύ 10,5 και 11 εκατ. λίτρων γι’ αυτά τα δύο αποστάγματα. Μάλιστα σχεδόν τα δύο τρίτα – κυρίως ούζο – πάνε σε εξαγωγές. Από αυτό που μένει η κατανάλωση στην Ελλάδα θα έλεγα ότι είναι γύρω στα 3,5 εκατ. λίτρα στο ούζο και περίπου 1 εκατ. λίτρα στο τσίπουρο. Πιστεύω ότι είμαι αρκετά κοντά στην πραγματικότητα.

 

Προφανώς, γιατί δεν υπάρχουν πλήρη στατιστικά στοιχεία.

Έχουμε κάποια στοιχεία και γίνεται μια προσπάθεια να υπάρξουν πιο ακριβή στατιστικά στοιχεία και από το Γενικό Χημείο του Κράτους τον τελευταίο καιρό. Πρέπει όμως να σας πω ότι υπάρχει πάρα πολύ αφορολόγητο. Και αυτό είναι σίγουρα μία ακόμη δυσμενής συνέπεια της τεράστιας αύξησης της φορολογίας, αφού η τελευταία δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο για λαθρεμπόριο.

 

Έχετε εικόνα για τις διαστάσεις του λαθρεμπορίου ποτών;

Την εικόνα θα την έχετε όταν πάτε σε οποιοδήποτε κατάστημα και δείτε ότι συνήθως σερβίρονται χύμα προϊόντα. Το χύμα προϊόν δεν ξέρουμε από πού προέρχεται και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν έχει και πρόβλημα. Ακόμη και αν το βρούμε, δεν έχει ετικέτα, δεν είναι σφραγισμένο, είναι ανεξέλεγκτο. Μπορεί και πολλές φορές να είναι αφορολόγητο.

 

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που να δείχνουν πώς εξελίχθηκε το φαινόμενο του λαθρεμπορίου ποτών στην Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης;

Κοιτάξτε, έχουν πιάσει ολόκληρα βυτία να έρχονται από χώρες όπως η Βουλγαρία, τα Σκόπια, η Αλβανία, από όπου μπαίνει λαθραίο αφορολόγητο οινόπνευμα. Αυτό στη συνέχεια μετατρέπεται σε ποτό μέσα σε υπόγεια και κρυφές αποθήκες. Η διαδικασία αυτή το κάνει επικίνδυνο προϊόν και βεβαίως υπάρχει και η μεγάλη απώλεια φορολογικών εσόδων για το κράτος. Πρακτικά λοιπόν, ενώ το κράτος αύξησε τους φόρους, χάνει φορολογικά έσοδα και εξαιτίας των τεράστιων διαστάσεων του λαθρεμπορίου.

 

Όπως και αν το κάνει κανείς η συνταγή αυτή αποδεικνύεται ανεπαρκής.

Είναι η εύκολη συνταγή: βάλε παραπάνω φόρο, αλλά στην ουσία χάνεις.

 

Αυτό ωστόσο που δημιουργεί κάποιες προσδοκίες είναι η εξωστρέφεια. Αναφερθήκατε προηγουμένως στο ούζο. Ποιες είναι οι εξαγωγικές επιδόσεις των επιχειρήσεων του κλάδου;

Δεν επηρεάστηκαν οι εξαγωγές από την κρίση. Αντιθέτως μάλιστα, μπορώ να πω ότι έχουν ελαφρά άνοδο στο ούζο, που είναι και το κυριότερο προϊόν εξαγωγής από τα ελληνικά αποστάγματα. Καλή είναι και η πορεία του ελληνικού τύπου brandy, το οποίο νομίζω ότι κρατάει τις θέσεις του. Αντιστοίχως, το τσίπουρο μόλις τώρα ξεκινάει και ακόμη δεν μπορούμε να πούμε πολλά πράγματα, διότι είναι πάρα πολύ μικρό το ποσοστό του τσίπουρου που εξάγεται. Η κυριότερη αγορά είναι η Ευρώπη. Οι ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως η Γερμανία είναι οι καταναλώτριες ελληνικών προϊόντων. Στις αγορές αυτές και ειδικά στη Γερμανία το ούζο είναι ένα σημαντικό προϊόν. Αν θυμάμαι, έχει καλύτερη κατανάλωση από το τζιν, που είναι διεθνές προϊόν. Εκεί μας στηρίζουν και τα ελληνικά εστιατόρια που είναι γύρω στις 6.500 αλλά και κυρίως το προϊόν καταναλώνεται από τους Γερμανούς και αγοράζεται από τα γερμανικά supermarkets. Σε όποιο γερμανικό σουπερμάρκετ και αν πάτε, το ούζο έχει περίοπτη θέση.

 

Υπάρχουν νέες αγορές που δείχνουν ενδιαφέρον για το ελληνικό ούζο;

Οι αγορές οι οποίες εμείς τουλάχιστον ως εταιρεία αλλά και νομίζω ο κλάδος προσπαθεί να επεκταθεί είναι οι μεγάλες αγορές που γεννώνται σήμερα. Στις ΗΠΑ δεν μπορέσαμε δυστυχώς να φύγουμε από τον ελληνικό παράγοντα.

 

Αλλά το πετύχατε στη Γερμανία…

Λόγω του τουρισμού, γιατί έχουμε πάρα πολλούς τουρίστες Γερμανούς και πολλά ελληνικά εστιατόρια. Όταν λέω ελληνικά δεν εννοώ ελληνικής ιδιοκτησίας απλώς, αλλά ελληνικής κουζίνας εστιατόρια. Αντιστοίχως στην Αμερική έχουμε πάρα πολλά ελληνικά εστιατόρια αλλά είναι ελληνικής ιδιοκτησίας: δεν σερβίρουν ελληνικά φαγητά, άρα δεν πάνε και τα ελληνικά ποτά. Στη Γερμανία μάς βοήθησε πάρα πολύ το γεγονός ότι έχουμε 6.500-7.000 ελληνικά εστιατόρια, όπου οι Γερμανοί που τα επισκέπτονται γεύονται τα ελληνικά προϊόντα και δοκιμάζουν και το ούζο. Βεβαίως οι Γερμανοί τουρίστες που έρχονται στην Ελλάδα το αγαπούν πάρα πολύ και το πίνουν και όταν γυρίσουν στη χώρα τους.

 

Υπάρχουν συνέργειες που θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν με τους Έλληνες ξενοδόχους ώστε να προωθηθούν πιο αποτελεσματικά τα επώνυμα ελληνικά αποστάγματα;

Σίγουρα τα ξενοδοχεία που φιλοξενούν τους τουρίστες βοηθούν στην κατανάλωση των ελληνικών αποσταγμάτων. Δεν είναι όμως πάντα τα επώνυμα διότι σήμερα μάλιστα με την κρίση συνήθως αγοράζονται προϊόντα χωρίς ετικέτα.

 

Ως κλάδος κάνετε κοινές ενέργειες για την προβολή του ελληνικού αποστάγματος στο εξωτερικό;

Υπάρχουν φέρ’ ειπείν εκθέσεις όπου πηγαίνουμε ως σύνδεσμος. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι πρόκειται για επιχειρήσεις και βεβαίως η κάθε επιχείρηση προωθεί τα δικά της προϊόντα. Είναι φυσικό, εκεί που δεν μπορούμε να πάμε ως επιχείρηση γιατί είναι πολλά τα έξοδα έχει τύχει να πάμε ως σύνδεσμος. Έτσι ο καθένας εκθέτει τα προϊόντα του μέσα στο σύνολο των προϊόντων που εκπροσωπούνται, γιατί ο σύνδεσμος σήμερα έχει περίπου το 70% των Ελλήνων παραγωγών. Είμαστε σχεδόν όλοι μέσα στον σύνδεσμο.

 

Και η αλήθεια είναι ότι η ελληνική αποσταγματοποιία έχει κάνει σοβαρά βήματα.

Πράγματι, έχει προχωρήσει πάρα πολύ. Κατ’ αρχήν έχουμε πάρα πολύ καλές πρώτες ύλες. Η Ελλάδα είναι θησαυρός πρώτων υλών. Έχουμε τεράστια παραγωγή αμπελοποικιλική με πολλές ποικιλίες, από γλυκά κρασιά μέχρι ξηρά, που είναι πρώτες ύλες. Έχουμε σπόρους και φυτά που δεν υπάρχουν ίσως σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα οποία χρησιμοποιούμε ώστε να δώσουμε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα που κάθε εταιρεία θέλει να δώσει στο ούζο ή στο τσίπουρο ή και σε άλλα ποτά. Νομίζω ότι η ελληνική ποτοποιία έχει την ποιότητα και θέλει να είναι εξωστρεφής. Οικονομικά είμαστε μικρές μονάδες, έχουμε μια μικρή σχετικά χώρα και αρκετά δύσκολα επιβιώνουν οι περισσότεροι. Άρα πώς μπορεί κανείς να επενδύσει, ιδίως σε επικοινωνία, όταν προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τις αντιξοότητες που έχουμε στην Ελλάδα και βεβαίως έχει επιτείνει η κρίση;

 

Κύριε Καλογιάννη, σας ευχαριστώ θερμά.

Να είστε καλά.